Γερμανία – Σημαντική αύξηση καταγράφουν οι διαγνώσεις της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ/ADHS) στα παιδιά και τους εφήβους, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία του ασφαλιστικού φορέα DAK. Η άνοδος αγγίζει το 16% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αποτυπώνοντας την αυξανόμενη ανάγκη για ψυχιατρική και ψυχολογική υποστήριξη σε αυτές τις ευαίσθητες ηλικιακές ομάδες.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Αύξηση 16% στις νέες διαγνώσεις ΔΕΠΥ καταγράφηκε το 2024 σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
- Περισσότερα από 200.000 παιδιά και έφηβοι έλαβαν αρχική διάγνωση από τους ειδικούς.
- Συνολικά 620.000 ανήλικοι βρίσκονται υπό ιατρική παρακολούθηση και θεραπεία στη χώρα.
Η εικόνα των διαγνώσεων και η διαφορά μεταξύ των φύλων
Σύμφωνα με τα αναλυτικά δεδομένα του DAK για το έτος 2024, οι νέες διαγνώσεις αφορούν αναλογικά περισσότερα από 200.000 αγόρια και κορίτσια. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα αγόρια λαμβάνουν τη σχετική διάγνωση σχεδόν με διπλάσια συχνότητα σε σύγκριση με τα κορίτσια. Ωστόσο, τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό στις μαθήτριες αυξάνεται πλέον με ταχύτερους ρυθμούς, γεγονός που οι ειδικοί αποδίδουν στο ότι το γυναικείο φύλο παρέμενε για μεγάλο χρονικό διάστημα υποδιαγνωσμένο.
Η πλειονότητα των πρώτων διαγνώσεων πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της φοίτησης στο δημοτικό σχολείο. Συνολικά, οι ανήλικοι ηλικίας τριών έως 17 ετών που βρίσκονται σε καθεστώς θεραπείας αγγίζουν τους 620.000, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 5% της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας σε ολόκληρη τη χώρα.
Γενετικοί παράγοντες και οι συνέπειες της πανδημίας
Η εμφάνιση της διαταραχής παρουσιάζει συχνά οικογενειακό ιστορικό, κάτι που υποδεικνύει την ύπαρξη ισχυρών γενετικών παραγόντων. Παράλληλα, οι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας εκτιμούν ότι η ραγδαία αύξηση των περιστατικών συνδέεται εν μέρει με τις καθυστερημένες επιπτώσεις της πανδημίας. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, κρίσιμα στάδια εκμάθησης και ανάπτυξης ενδέχεται να διακόπηκαν ή να καθυστέρησαν, ενώ πολλές τακτικές ιατρικές επισκέψεις αναβλήθηκαν, δημιουργώντας πλέον ένα φαινόμενο συσσωρευμένης κάλυψης των αναγκών.
Ξεκάθαρη τοποθέτηση ειδικών: «Δεν πρόκειται για μόδα»
Ο Christoph Correll, διευθυντής της Κλινικής Ψυχιατρικής, Ψυχοσωματικής και Ψυχοθεραπείας Παίδων και Εφήβων στο νοσοκομείο Charité του Βερολίνου, απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι η αύξηση οφείλεται σε υπερδιάγνωση ή σε κάποιου είδους ιατρική “μόδα”.
Όπως εξήγησε ο ειδικός, η αυξημένη πίεση, το καθημερινό άγχος και οι αρνητικές επιδράσεις από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να λειτουργήσουν ως πυροδότες σε άτομα με γενετική προδιάθεση. Επιπλέον, το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ψυχική πάθηση συζητείται πλέον πολύ πιο ανοιχτά στη δημόσια σφαίρα, συμβάλλει καθοριστικά στην ευκολότερη αναγνώριση, αποδοχή και καταγραφή των συμπτωμάτων από τις οικογένειες και τους εκπαιδευτικούς.