Γερμανία – Σε μια κρίσιμη καμπή για την οικονομική πολιτική της χώρας, ο υπουργός Οικονομικών Lars Klingbeil παρουσιάζει δύο εναλλακτικά σχέδια φορολογικής μεταρρύθμισης που στοχεύουν στην άμεση ελάφρυνση περίπου 35 εκατομμυρίων πολιτών. Οι προτάσεις, οι οποίες αναμένεται να κρίνουν τις πολιτικές ισορροπίες στις προσεχείς διαπραγματεύσεις κορυφής του κυβερνητικού συνασπισμού, υπόσχονται σημαντική μείωση των βαρών για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, μεταφέροντας παράλληλα την πίεση στους υψηλόμισθους μέσω αυξημένων και αυστηρότερων φορολογικών συντελεστών.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Όφελος έως και 900 ευρώ ετησίως για ετήσια εισοδήματα από 40.000 έως 60.000 ευρώ.
- Αύξηση του βασικού αφορολόγητου ορίου (Grundfreibetrag) στα 12.900 ή 13.084 ευρώ ανάλογα με το σενάριο.
- Ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής αυξάνεται στο 44% και θα εφαρμόζεται πλέον σε χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια.
Τα δύο εναλλακτικά μοντέλα της φορολογικής μεταρρύθμισης
Σε αποκλειστικό ρεπορτάζ του το περιοδικό stern αποκαλύπτει τα έγγραφα του υπουργείου Οικονομικών, τα οποία καταγράφουν δύο ξεχωριστές προσεγγίσεις για τη δομή του νέου φορολογικού συστήματος. Το πρώτο και πιο φιλόδοξο μοντέλο προβλέπει ένα τεράστιο πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων ύψους 28 δισεκατομμυρίων ευρώ. Για να μην επιβαρυνθεί περαιτέρω ο ήδη πιεσμένος κρατικός προϋπολογισμός, το σχέδιο αυτό αντισταθμίζεται με ισχυρά έσοδα από άλλες πηγές, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε μια πιο αυστηρή φορολογία κληρονομιάς.
Στον αντίποδα, το δεύτερο μοντέλο του Lars Klingbeil χαρακτηρίζεται ως πιο μετριοπαθές, προσφέροντας συνολικές φορολογικές ελαφρύνσεις ύψους 17 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η συγκεκριμένη προσέγγιση σχεδιάστηκε ώστε να είναι πιο ευέλικτη πολιτικά, καθώς εγκαταλείπει πλήρως την ιδέα της αναπροσαρμογής της φορολογίας κληρονομιάς. Ωστόσο, η μικρότερη χρηματοδοτική βάση αυτού του μοντέλου μεταφράζεται αυτομάτως σε αναλογικά μικρότερο οικονομικό όφελος για τα γερμανικά νοικοκυριά, περιορίζοντας τις παροχές σχεδόν στο μισό.
Ποιες εισοδηματικές τάξεις ευνοούνται από τις αλλαγές
Η στόχευση και των δύο προτάσεων παραμένει ξεκάθαρη, εστιάζοντας στην οικονομική ανακούφιση του ευρύτερου μέσου στρώματος. Οι εργαζόμενοι που ανήκουν στη ραχοκοκαλιά της οικονομίας, δηλώνοντας ετήσια εισοδήματα μεταξύ 40.000 και 60.000 ευρώ, βρίσκονται στο επίκεντρο των ελαφρύνσεων. Βάσει του πρώτου, ισχυρότερου μοντέλου, η κατηγορία αυτή θα δει τον ετήσιο φόρο της να μειώνεται από 800 έως 900 ευρώ. Σε περίπτωση που προκριθεί το δεύτερο μοντέλο, η ανακούφιση θα κυμανθεί στα 400 με 450 ευρώ ετησίως.
Αξιοσημείωτο είναι το ανώτατο όριο προστασίας που θέτει το υπουργείο πριν το σύστημα αρχίσει να λειτουργεί επιβαρυντικά. Στο πρώτο σενάριο, άγαμοι φορολογούμενοι με μικτές ετήσιες αποδοχές έως 140.000 ευρώ εξακολουθούν να βγαίνουν κερδισμένοι, ενώ για τα παντρεμένα ζευγάρια το όριο αυτό διπλασιάζεται στα 280.000 ευρώ. Αντιθέτως, στο δεύτερο, πιο σφιχτό σενάριο, το όριο προστασίας πέφτει στα 115.000 ευρώ για τους άγαμους και στα 230.000 ευρώ αντίστοιχα για τους έγγαμους πολίτες.
Αυξήσεις συντελεστών για τα υψηλά εισοδήματα
Κοινός παρονομαστής και των δύο σχεδίων είναι η δραστική επιβάρυνση των υψηλών εισοδημάτων μέσω της τροποποίησης του ανώτατου φορολογικού συντελεστή (Spitzensteuersatz). Ενώ σήμερα ο συγκεκριμένος συντελεστής βρίσκεται στο 42% και αφορά εισοδήματα από 70.000 ευρώ περίπου, ο νέος σχεδιασμός προβλέπει την αύξησή του στο 44%. Η επιβολή του θα ξεκινά από τα 76.508 ευρώ στο πρώτο μοντέλο ή από τα 75.657 ευρώ στο δεύτερο, «χτυπώντας» σχεδόν ένα εκατομμύριο πολίτες στην πρώτη περίπτωση και 1,5 εκατομμύριο στη δεύτερη.
Η πραγματική ανατροπή, ωστόσο, έρχεται με την αναδιαμόρφωση του λεγόμενου φόρου πλούτου (Reichensteuer). Στο ισχύον σύστημα, ο συντελεστής 45% ενεργοποιείται σε αποδοχές που αγγίζουν τα 278.000 ευρώ. Και τα δύο νέα σενάρια κατεβάζουν απότομα το κατώφλι ενεργοποίησης στα 200.000 ευρώ ετησίως. Μάλιστα, στο πιο ριζοσπαστικό πρώτο σενάριο, ο συντελεστής του φόρου πλούτου εκτοξεύεται στο 49%, ενώ στο δεύτερο διαμορφώνεται στο διόλου ευκαταφρόνητο 48%, αυξάνοντας θεαματικά τις κρατικές εισπράξεις από τα ανώτερα οικονομικά στρώματα.
Η στρατηγική του βασικού αφορολόγητου ορίου
Ο μηχανισμός για τη διευκόλυνση των χαμηλών εισοδημάτων περνάει μέσα από την αναπροσαρμογή του βασικού αφορολόγητου ορίου (Grundfreibetrag). Σήμερα, κάθε πολίτης προστατεύεται πλήρως από τη φορολογία για τα πρώτα 12.348 ευρώ του εισοδήματός του. Το πρώτο πακέτο προτείνει την αύξηση αυτού του ποσού κατά 552 ευρώ, διαμορφώνοντας το νέο όριο στα 12.900 ευρώ. Σε αυτή την εκδοχή, η φορολογική κλίμακα διατηρεί μια πιο ομαλή διαδρομή, προσφέροντας συγκριτικά μεγαλύτερη ελάφρυνση στην κατώτερη μεσαία τάξη.
Το δεύτερο σχέδιο, επιχειρώντας να ισορροπήσει τα δεδομένα χωρίς την επιβολή νέου φόρου κληρονομιάς, ωθεί το βασικό αφορολόγητο ελαφρώς υψηλότερα, στα 13.084 ευρώ ετησίως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο αρχικός εισαγωγικός συντελεστής, μόλις ξεπεραστεί το αφορολόγητο, θα παραμείνει σταθερός στο 14%, διασφαλίζοντας ότι η φορολόγηση ξεκινά με ήπιους ρυθμούς για τους πλέον ευάλωτους.
Αντίκτυπος στις επιχειρήσεις και πολιτικές ισορροπίες
Προκειμένου να κατευνάσει τις ανησυχίες της Ένωσης (CDU/CSU) σχετικά με την πιθανή υπερφορολόγηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των βιοτεχνιών (Handwerk), το επιτελείο των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) παρουσιάζει ξεκάθαρα στατιστικά στοιχεία. Σύμφωνα με την ανάλυση, περίπου το 85% των επαγγελματιών του βιοτεχνικού κλάδου δραστηριοποιείται επιχειρηματικά με τη μορφή προσωπικών εταιρειών, έχοντας εισοδήματα χαμηλότερα από το όριο του ανώτατου συντελεστή. Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι έως και το 90% αυτών των επιχειρήσεων θα βγουν κερδισμένες ανεξάρτητα από το ποιο μοντέλο θα εφαρμοστεί τελικά.
Παρά τα θετικά στοιχεία, η ενσωμάτωση αυτών των μεταρρυθμίσεων στο γενικότερο κυβερνητικό σχέδιο αποτελεί ένα εξαιρετικά περίπλοκο παζλ. Η πολιτική ηγεσία έρχεται αντιμέτωπη με αδιέξοδα τόσο στο πεδίο της φορολογίας όσο και στα εργασιακά, όπου η Ένωση πιέζει σταθερά για χαλάρωση της προστασίας από απολύσεις και εισαγωγή ημερών αναμονής άνευ αποδοχών (Karenztag) σε περίπτωση ασθένειας. Οι κρίσιμες διαβουλεύσεις στην Καγκελαρία, με ορίζοντα μέχρι τα μέσα της εβδομάδας, αναμένεται να κρίνουν εάν θα υπάρξει ρεαλιστική συναίνεση για ένα τόσο εκτεταμένο πακέτο μέτρων.