Ηνωμένο Βασίλειο – Μια πρωτοφανής φορολογική επιβάρυνση πλήττει τους μισθωτούς και τις επιχειρήσεις στη χώρα, καθώς τα επίσημα στοιχεία καταδεικνύουν την ταχύτερη αύξηση των κρατήσεων στην εργασία ανάμεσα στις ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη για το 2025.
Εν μέσω των ευρύτερων οικονομικών αναταράξεων που προκαλεί η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η βρετανική αγορά εργασίας καλείται να απορροφήσει το βαρύτερο φορολογικό πλήγμα της πρόσφατης ιστορίας της, ψαλιδίζοντας δραστικά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η νέα πραγματικότητα διαμορφώνει ένα ασφυκτικό πλαίσιο για το εγχώριο εργατικό δυναμικό, ανατρέποντας τον οικονομικό προγραμματισμό εκατομμυρίων πολιτών και δοκιμάζοντας τις αντοχές των εργοδοτών μπροστά στις διογκωμένες ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Άλμα 2,45 ποσοστιαίων μονάδων στη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας κατά το 2025.
- Αρνητική πρωτιά για τη Βρετανία ανάμεσα στα 38 αναπτυγμένα κράτη-μέλη του οργανισμού.
- Στο στόχαστρο κλάδοι με χαμηλές αμοιβές, όπως η εστίαση και το λιανεμπόριο.
- Προειδοποιήσεις από το ΔΝΤ για περαιτέρω ραγδαία αύξηση της φορολογίας έως το 2031.
Το φορολογικό σοκ στους μισθούς: Πώς η Βρετανία σπάει το ρεκόρ των κρατήσεων
Οι αναλυτικές μετρήσεις του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Organisation for Economic Cooperation and Development) αποκάλυψαν μια δραματική διεύρυνση της φορολογικής ψαλίδας, η οποία μεταφράζεται πρακτικά στη διαφορά μεταξύ του συνολικού κόστους που επωμίζεται ένας εργοδότης και του καθαρού ποσού που καταλήγει στον τραπεζικό λογαριασμό του υπαλλήλου. Η συγκεκριμένη επιβάρυνση στο Ηνωμένο Βασίλειο κατέγραψε άλμα 2,45 ποσοστιαίων μονάδων κατά το παρελθόν έτος, τοποθετώντας τη χώρα στην απόλυτη κορυφή των αυξήσεων ανάμεσα στα 38 κράτη-μέλη του οργανισμού. Αν και το συνολικό ποσοστό φορολόγησης της εργασίας στη χώρα διαμορφώθηκε στο 32,4%, παραμένοντας κάτω από τον παγκόσμιο μέσο όρο του 35,1%, η ταχύτητα της ανόδου προκαλεί έντονο προβληματισμό στα οικονομικά επιτελεία. Για λόγους σύγκρισης, το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει το 52,5% στο Βέλγιο, ενώ μηδενικές κρατήσεις καταγράφονται στην Κολομβία.
Η ραγδαία αυτή μεταβολή συνδέεται άμεσα με τις κυβερνητικές αποφάσεις που ελήφθησαν το φθινόπωρο του 2024, όταν η αρμόδια υπουργός Οικονομικών Rachel Reeves προχώρησε στην αναπροσαρμογή των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, προκειμένου να ενισχυθούν τα εξαντλημένα δημόσια ταμεία έπειτα από μια μακρά περίοδο δημοσιονομικής πίεσης. Παράλληλα, το φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης λειτούργησε πολλαπλασιαστικά, καθώς η καθήλωση των αφορολόγητων ορίων σε περιβάλλον πληθωρισμού εγκλώβισε χιλιάδες εργαζομένους σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα ίδια δεδομένα, αυξήσεις άνω της μίας ποσοστιαίας μονάδας παρατηρήθηκαν μόνο σε ελάχιστες χώρες, όπως η Εσθονία με 1,95, η Γερμανία με 1,34 και το Ισραήλ με 1,09 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα, αναδεικνύοντας τη βρετανική περίπτωση ως τη δριμύτερη παρέμβαση σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η απειλή της ανεργίας: Γιατί το ΔΝΤ προειδοποιεί την κυβέρνηση για νέα ύφεση
Οι έντονες ανησυχίες της επιχειρηματικής κοινότητας για την αύξηση του μισθολογικού κόστους εντείνονται μπροστά στις δυσοίωνες προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (International Monetary Fund), το οποίο εκτιμά ότι το φορολογικό βάρος ως ποσοστό της οικονομίας θα συνεχίσει να σκαρφαλώνει με τον ταχύτερο ρυθμό στους κόλπους της G7 την περίοδο 2024-2031. Ήδη, η ανεργία παρουσιάζει αισθητή άνοδο κατά τη διετή διακυβέρνηση των Εργατικών, και παρότι κατέγραψε μια απρόσμενη μικρή υποχώρηση στο 4,9% το τρίμηνο έως τον Φεβρουάριο, παραμένει σταθερά πάνω από τα επίπεδα προ των εκλογών του 2024. Οι μεγαλύτερες απώλειες θέσεων εργασίας εντοπίζονται σε κλάδους χαμηλότερων αμοιβών, όπως η εστίαση και το λιανεμπόριο, οι οποίοι αποδεικνύονται εξαιρετικά ευάλωτοι στις πρόσθετες ασφαλιστικές υποχρεώσεις και στην παράλληλη αύξηση του κατώτατου μισθού.
Το ήδη τεταμένο οικονομικό κλίμα επιβαρύνεται περαιτέρω από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, με τους αναλυτές να προεξοφλούν ότι το συνεχιζόμενο σοκ στις τιμές της ενέργειας μπορεί να πυροδοτήσει ένα νέο κύμα απολύσεων και παγκόσμιας ύφεσης, πλήττοντας τη βρετανική οικονομία με μεγαλύτερη σφοδρότητα από κάθε άλλη δυτική δύναμη. Σε μια προσπάθεια κατευνασμού των αντιδράσεων, εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών υπεραμύνθηκε της στρατηγικής επιλογής, τονίζοντας πως «οι αποφάσεις που λάβαμε στον προϋπολογισμό σημαίνουν ότι μπορούμε να σταθεροποιήσουμε την οικονομία και να προσφέρουμε υποστήριξη σε οικογένειες και επιχειρήσεις». Παράλληλα, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι επιμένουν ότι οι παρεμβάσεις κρίθηκαν απολύτως αναγκαίες για τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών και την αντιστροφή της πολύχρονης μισθολογικής στασιμότητας που βίωναν εκατομμύρια υπάλληλοι τα προηγούμενα χρόνια.