Ολλανδία – Περίπου δύο στα τρία τρένα Eurostar που αναχωρούν από την Ολλανδία για το Λονδίνο καθυστερούν, σύμφωνα με την ολλανδική ένωση επιβατών δημόσιων συγκοινωνιών Rover, η οποία συνδέει το πρόβλημα με τους ελέγχους διαβατηρίων στους σταθμούς του Άμστερνταμ και του Ρότερνταμ.
Η ένωση καταγγέλλει ότι το κόστος των ίδιων ελέγχων καταλήγει στις τιμές των εισιτηρίων.
Σε ανακοίνωση της 21ης Οκτωβρίου, η Rover ζήτησε από τα μέλη της ολλανδικής Βουλής να παρέμβουν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2027, χαρακτηρίζοντας άδικη τη σημερινή επιβάρυνση των σιδηροδρομικών επιβατών. Το αίτημα αφορά τόσο τη διάρκεια των ελέγχων όσο και το ποιος καλύπτει τη δαπάνη τους.
Γιατί καθυστερούν οι αναχωρήσεις από Άμστερνταμ και Ρότερνταμ
Στους σταθμούς Amsterdam Centraal και Rotterdam Centraal δεν υπάρχουν αυτόματες πύλες ελέγχου διαβατηρίων, γνωστές ως e-gates. Έτσι, οι έλεγχοι των ταξιδιωτικών εγγράφων των επιβατών της Eurostar πραγματοποιούνται χειροκίνητα από τη Marechaussee, την ολλανδική υπηρεσία συνοριακής αστυνόμευσης.
Η Rover υποστηρίζει ότι το προσωπικό που διατίθεται δεν επαρκεί για να εξυπηρετήσει τη ροή των επιβατών, με αποτέλεσμα να σχηματίζονται μεγάλες ουρές πριν από την επιβίβαση. Σε αυτή τη διαδικασία αποδίδει η ένωση τις καθυστερήσεις που, κατά την ίδια, επηρεάζουν περίπου τα δύο τρίτα των δρομολογίων προς τη βρετανική πρωτεύουσα.
Ο διευθυντής της Rover, Daan Zieren, περιέγραψε την κατάσταση ως διπλή επιβάρυνση για τους ταξιδιώτες: πληρώνουν ακριβά για τους συνοριακούς ελέγχους και ταυτόχρονα περιμένουν σε μεγάλες ουρές. Η κριτική του δεν περιορίζεται στην ταλαιπωρία, αλλά στρέφεται και στον τρόπο χρηματοδότησης της διαδικασίας.
Το κόστος των 6 εκατ. ευρώ και η σύγκριση με το αεροδρόμιο
Σύμφωνα με τη Rover, η Eurostar καταβάλλει περίπου 6 εκατ. ευρώ τον χρόνο για τις υπηρεσίες της Marechaussee στους δύο σιδηροδρομικούς σταθμούς, δαπάνη που τελικά μετακυλίεται στους επιβάτες μέσω των εισιτηρίων. Το ποσό αφορά το συνολικό ετήσιο κόστος των ελέγχων και όχι χρέωση συγκεκριμένου ύψους ανά ταξιδιώτη.
Η ένωση αντιπαραβάλλει αυτό το μοντέλο με όσα ισχύουν για τους αεροπορικούς επιβάτες στο αεροδρόμιο Schiphol, όπου, όπως επισημαίνει, οι συνοριακοί έλεγχοι χρηματοδοτούνται από το κράτος. Ο Zieren θεωρεί τη διαφορά δυσνόητη για τους επιβάτες και ασύμβατη με τους στόχους για μετακινήσεις με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Η πρόταση της Rover είναι να αναλάβει ο κρατικός προϋπολογισμός το κόστος των σιδηροδρομικών συνοριακών ελέγχων. Ζητά επίσης την εγκατάσταση e-gates στο Άμστερνταμ και στο Ρότερνταμ, υποστηρίζοντας ότι η ταχύτερη διεκπεραίωση θα επέτρεπε την εξυπηρέτηση περισσότερων επιβατών με το ίδιο προσωπικό. Κατά την ένωση, η αύξηση της χωρητικότητας θα μπορούσε στη συνέχεια να συμβάλει και σε χαμηλότερες τιμές εισιτηρίων.
Η ανησυχία για τα μελλοντικά διεθνή δρομολόγια
Η Rover προειδοποιεί ότι η διατήρηση του σημερινού συστήματος μπορεί να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις απευθείας σιδηροδρομικές συνδέσεις της Ολλανδίας με το Λονδίνο. Επικαλείται την πρακτική άλλων χωρών, όπως το Βέλγιο, η Γερμανία και η Ελβετία, όπου, σύμφωνα με την ίδια, οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις δεν επωμίζονται αντίστοιχα το κόστος των ελέγχων.
Ο Zieren εκτιμά ότι, αν δεν αλλάξει το καθεστώς, οι εταιρείες θα έχουν ισχυρότερο κίνητρο να οργανώνουν δρομολόγια από τις Βρυξέλλες, τη Φρανκφούρτη ή τη Γενεύη, αντί να ξεκινούν απευθείας από την Ολλανδία. Πρόκειται για προειδοποίηση της ένωσης και όχι για ανακοινωμένη διακοπή υπηρεσιών.
Το ζήτημα ανακύπτει ενώ η Eurostar σχεδιάζει νέα διώροφα τρένα και συνδέσεις προς τη Γενεύη και τη Φρανκφούρτη, ενώ η Virgin έχει σχέδια για δική της υπηρεσία στη διαδρομή Άμστερνταμ–Λονδίνο. Η Rover επιδιώκει αλλαγές στους ελέγχους και στη χρηματοδότησή τους πριν από τις αρχές του 2027, ώστε οι ολλανδικοί σταθμοί να μη βρεθούν σε μειονεκτική θέση απέναντι σε άλλες ευρωπαϊκές αφετηρίες.