Λονδίνο – Η συμπλήρωση δέκα ετών από το δημοψήφισμα του 2016 βρίσκει τη Βρετανία αντιμέτωπη με τη συστηματική συρρίκνωση της οικονομικής της δραστηριότητας, καθώς το Brexit προκάλεσε μακροχρόνια απώλεια επενδύσεων και σταδιακή επιβράδυνση της εμπορικής δυναμικής.
Η νέα θεσμική πραγματικότητα διαμορφώνει ένα εξαιρετικά ασταθές πολιτικό σκηνικό, το οποίο κορυφώνεται με την ανακοίνωση αποχώρησης του Κιρ Στάρμερ, οδηγώντας τη χώρα στον έβδομο πρωθυπουργό της τελευταίας δεκαετίας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Συρρίκνωση του ΑΕΠ: Οι οικονομικές αναλύσεις εκτιμούν μακροπρόθεσμη απώλεια μεταξύ 4% και 8%, με την παραγωγικότητα να καταγράφει πτώση 4% σύμφωνα με το OBR.
- Πολιτική ρευστότητα: Η Βρετανία αναζητά τον έβδομο ηγέτη της σε δέκα χρόνια, με τον Άντι Μπέρναμ να προβάλλει ως πιθανός διάδοχος του Κιρ Στάρμερ.
- Εμπορικές μετατοπίσεις: Σημαντικό τμήμα των χρηματοοικονομικών συναλλαγών μεταφέρθηκε στο Άμστερνταμ και στο Δουβλίνο εξαιτίας της γραφειοκρατίας του Brexit.
Η σταδιακή διάβρωση των μακροοικονομικών δεικτών
Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επέφερε την άμεση και απότομη κατάρρευση που προέβλεπαν αρχικά οι επικριτές της διαδικασίας, ωστόσο η συσσωρευμένη φθορά αποδείχθηκε ιδιαίτερα επίμονη και βαθιά.
Αντί για ένα βίαιο σοκ τις πρώτες εβδομάδες εφαρμογής, το βρετανικό οικονομικό σύστημα υπέστη μια αργή και συστηματική συρρίκνωση, η οποία διαβρώνει σταθερά τα θεμέλια του εμπορίου και αποθαρρύνει τις απαραίτητες κεφαλαιακές εισροές.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία των οικονομικών αναλυτών και τις εκτιμήσεις του Office for Budget Responsibility, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν υπολείπεται πλέον κατά 4% έως 6%, ενώ υπάρχουν εξειδικευμένες μελέτες που ανεβάζουν το συνολικό κόστος μέχρι και το 8%.
Παράλληλα, το νέο εμπορικό πλαίσιο εκτιμάται ότι μειώνει την εθνική παραγωγικότητα σε ποσοστό της τάξεως του 4%, γεγονός που μεταφράζεται άμεσα σε περιορισμένα φορολογικά έσοδα, ασφυκτικά περιθώρια για τις απαιτούμενες δημόσιες δαπάνες και διαρκώς συρρικνούμενες προοπτικές για τη μισθολογική εξέλιξη των εργαζομένων.
Το εμπορικό ισοζύγιο και η νέα γραφειοκρατία
Εγκαταλείποντας οριστικά τη μεγαλύτερη ενιαία αγορά παγκοσμίως, η βρετανική κυβέρνηση επιχείρησε να αντισταθμίσει τις απώλειες συνάπτοντας σειρά διμερών συμφωνιών με τρίτες χώρες, χωρίς ωστόσο τα νέα σύμφωνα να κατορθώσουν να αναπληρώσουν το δυσαναπλήρωτο κενό της ευρωπαϊκής εγγύτητας.
Μολονότι η εμπορική συμφωνία του 2021 διατήρησε κατ’ ουσίαν το καθεστώς των μηδενικών δασμών, η επιστροφή των εκτεταμένων συνοριακών ελέγχων και η επιβολή νέων τελωνειακών κανόνων δημιούργησαν ένα αποτρεπτικό γραφειοκρατικό περιβάλλον.
Οι μεγάλοι πολυεθνικοί όμιλοι κατάφεραν να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος λειτουργίας, όμως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ειδικότερα για ευαίσθητους κλάδους όπως η γεωργία, τα τρόφιμα και η αλιεία οστρακοειδών, η κατάσταση κατέστη συχνά απαγορευτική.
Ως άμεση συνέπεια των παραπάνω δραματικών εξελίξεων, σημαντικό μέρος των χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων άρχισε να μεταφέρεται εκτός χώρας, με το Άμστερνταμ να απορροφά μεγάλο όγκο των χρηματιστηριακών συναλλαγών και το Δουβλίνο να προσελκύει ισχυρές εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων.
Η αλλαγή του εργασιακού και δημογραφικού χάρτη
Βασικός πυλώνας της ρητορικής υπέρ της αποχώρησης αποτέλεσε η στρατηγική υπόσχεση για αυστηρότερο έλεγχο των μεταναστευτικών ροών, προσδοκώντας μια συνολική μείωση της προσέλευσης ξένων εργαζομένων στη βρετανική επικράτεια.
Η πλήρης εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου πέτυχε πράγματι τη δραστική μείωση των Ευρωπαίων πολιτών που αναζητούσαν εργασία στο Ηνωμένο Βασίλειο, εντούτοις η γενικότερη μετανάστευση όχι μόνο δεν περιορίστηκε αλλά αυξήθηκε σημαντικά λόγω των ενισχυμένων ροών εργαζομένων από τρίτες χώρες.
Η συγκεκριμένη αναδιάταξη προκάλεσε δομικούς κλυδωνισμούς σε καίριους τομείς της οικονομίας, όπως η εστίαση, η επεξεργασία τροφίμων, τα συστήματα υγείας και η κοινωνική μέριμνα, οι οποίοι στηρίζονταν παραδοσιακά στις ευρωπαϊκές δεξαμενές ανθρώπινου δυναμικού.
Αντιμέτωπες με το αυστηρό καθεστώς εκδόσεων θεωρήσεων και τις διαφορετικές επαγγελματικές δεξιότητες των νεοεισερχόμενων, οι βρετανικές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν βίαια σε μια ριζικά μεταβαλλόμενη και ιδιαίτερα απαιτητική αγορά εργασίας.
Πολιτική αστάθεια και απώλεια στρατηγικού ελέγχου
Το βαρύτερο τίμημα της τελευταίας δεκαετίας δεν αποτυπώνεται αποκλειστικά στα αυστηρά οικονομικά μεγέθη, αλλά κυρίως στη βαθιά πολιτική κρίση που ταλανίζει αδιάκοπα τους θεσμούς της χώρας, ανατρέποντας τον ίδιο τον πυρήνα της κυβερνητικής σταθερότητας.
Η πρόσφατη ανακοίνωση της παραίτησης του Κιρ Στάρμερ και η ταυτόχρονη ανάδειξη του Άντι Μπέρναμ ως πιθανού διαδόχου, αποτελούν τα πιο πρόσφατα επεισόδια μιας περιόδου που χαρακτηρίστηκε από συνεχείς αναταράξεις, φέρνοντας τους Βρετανούς πολίτες εν αναμονή του έβδομου κατά σειρά πρωθυπουργού τους.
Εξετάζοντας το κοινωνικό αποτύπωμα, οι πρόσφατες δημοσκοπικές μετρήσεις καταγράφουν μια σαφή μεταστροφή του εκλογικού σώματος, με το ποσοστό όσων υποστηρίζουν ανοιχτά την επανένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση να ξεπερνά πλέον σταθερά το 50%.
Εγκλωβισμένα στις εσωτερικές τους αντιφάσεις, τα μεγάλα κόμματα αδυνατούν να αρθρώσουν έναν ρεαλιστικό οδικό χάρτη, καθώς το μεν Συντηρητικό Κόμμα αναλώθηκε σε ατέρμονες διαμάχες, ενώ οι Εργατικοί αποκλείουν κατηγορηματικά την επιστροφή στην τελωνειακή ένωση, δυσχεραίνοντας την εξεύρεση βιώσιμων λύσεων.
Το διπλωματικό αδιέξοδο με τις Βρυξέλλες
Καθώς η χώρα εισέρχεται στη δεύτερη μετεκλογική δεκαετία, το κεντρικό διακύβευμα επικεντρώνεται πλέον στο πώς η βρετανική ηγεσία θα επιδιώξει μια λειτουργική επαναρρύθμιση των σχέσεών της με την Κομισιόν, προσπαθώντας παράλληλα να αποφύγει τις απαγορευτικές πολιτικές δεσμεύσεις που απαιτεί αδιαπραγμάτευτα το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Ωστόσο, η ηγεσία των Βρυξελλών εμφανίζεται εντελώς απρόθυμη να παραχωρήσει τα τεράστια δομικά πλεονεκτήματα της συμμετοχής στο κοινοτικό εμπόριο χωρίς την ταυτόχρονη αποδοχή των αντίστοιχων κανονιστικών υποχρεώσεων, καθιστώντας εξαιρετικά πολύπλοκη κάθε απόπειρα ουσιαστικής αναδιαπραγμάτευσης των υφιστάμενων διακρατικών συμφωνιών.
Η πρόσφατη αναβολή της προγραμματισμένης διμερούς συνόδου έρχεται να επιβεβαιώσει το απόλυτο θεσμικό αδιέξοδο μιας χώρας που διεκδίκησε και κέρδισε μεν περισσότερη τυπική κυριαρχία στα διεθνή έγγραφα, αλλά τελικά είδε την πρακτική γεωπολιτική και εμπορική επιρροή της να περιορίζεται δραματικά σε όλα τα επίπεδα.
Το διαρκές κόστος ευκαιρίας, οι στρατηγικές επενδύσεις που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ και οι πολιτικές αποφάσεις που παραμένουν επικίνδυνα μετέωρες, συνθέτουν την εικόνα ενός ισχυρού κράτους που παραμένει εγκλωβισμένο στη διαχείριση μιας ιστορικής επιλογής η οποία συνεχίζει να καθορίζει ασφυκτικά το μέλλον του.