Βέλγιο – Σε μια ιστορική στροφή που αλλάζει ριζικά το κοινωνικό της μοντέλο προχωρά η χώρα, θέτοντας για πρώτη φορά αυστηρά χρονικά όρια στη χορήγηση των τακτικών επιδομάτων ανεργίας.
Η μεταρρύθμιση, η οποία ψηφίστηκε το 2025 και τίθεται σε πλήρη ισχύ για τις νέες περιπτώσεις, καταργεί το προηγούμενο καθεστώς των παροχών αορίστου χρόνου, συνδέοντας άμεσα τη διάρκεια της οικονομικής στήριξης με το εργασιακό παρελθόν του κάθε πολίτη.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το νέο σύστημα τίθεται σε εφαρμογή για όλες τις νέες αιτήσεις από την 1η Μαρτίου 2026.
- Η διάρκεια του επιδόματος περιορίζεται πλέον σε ένα διάστημα από 12 έως 24 μήνες.
- Απαιτούνται τουλάχιστον 312 ημέρες εργασίας εντός μιας τριετίας για την αρχική έγκριση.
Τέλος στο παραδοσιακό μοντέλο των αορίστου χρόνου παροχών
Το βελγικό σύστημα επιδομάτων ανεργίας αποτελούσε επί σειρά ετών πεδίο έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων, καθώς διέφερε σημαντικά από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Μέχρι πρότινος, η οικονομική βοήθεια προς τους πολίτες που έχαναν πλήρως την εργασία τους δεν είχε σταθερή χρονική λήξη. Αν και τα ποσά μειώνονταν σταδιακά με την πάροδο του χρόνου βάσει της αρχής της φθίνουσας κλίμακας, οι δικαιούχοι μπορούσαν να συνεχίσουν να εισπράττουν το βοήθημα, υπό την προϋπόθεση ότι παρέμεναν διαθέσιμοι στην αγορά εργασίας και αποδείκνυαν ότι αναζητούσαν ενεργά απασχόληση.
Η νέα πραγματικότητα που εφαρμόζεται από την 1η Μαρτίου 2026 ανατρέπει πλήρως αυτή τη φιλοσοφία. Για τους πολίτες που ήταν ήδη εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανεργίας πριν από τη συγκεκριμένη ημερομηνία προβλέπονται μεταβατικοί κανόνες, με τον Εθνικό Οργανισμό Απασχόλησης (ONEM) να καλεί τους ενδιαφερόμενους να ενημερωθούν αναλυτικά μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του. Για όλους τους νέους αιτούντες, η λήψη του επιδόματος παύει να είναι αόριστη και τερματίζεται οριστικά μετά τη συμπλήρωση μιας καθορισμένης περιόδου.
Ο νέος τρόπος υπολογισμού και η σύνδεση με την εργασία
Με το προηγούμενο καθεστώς, τα κριτήρια ένταξης διέφεραν ανάλογα με την ηλικία του αιτούντος. Πλέον, ο παράγοντας της ηλικίας καταργείται κατά την αρχική αξιολόγηση και θεσπίζεται ένας ενιαίος κανόνας. Κάθε εργαζόμενος πρέπει να αποδείξει τουλάχιστον 312 ημέρες εργασίας ή εξομοινούμενες ημέρες ασφάλισης (περίπου ένα έτος) μέσα σε ένα χρονικό παράθυρο 36 μηνών. Η εκπλήρωση αυτής της προϋπόθεσης εξασφαλίζει αυτόματα μια αρχική περίοδο επιδότησης διάρκειας 12 μηνών.
Η παράταση της διάρκειας πέρα από το πρώτο έτος βασίζεται σε συγκεκριμένα μπλοκ εργασίας. Για κάθε 104 ημέρες πραγματικής ή εξομοιούμενης απασχόλησης, ο δικαιούχος κερδίζει έναν επιπλέον μήνα επιδόματος, με το ανώτατο όριο να μην μπορεί να υπερβεί τους 24 μήνες συνολικά. Στον υπολογισμό αυτό, ο ONEM προσμετρά τις ημέρες μισθωτής εργασίας, τις άδειες, τα διαστήματα προσωρινής ανεργίας, ορισμένες περιόδους οικογενειακής άδειας, καθώς και τις ημέρες απεργίας. Αντίθετα, οποιαδήποτε δραστηριότητα ως αυτοαπασχολούμενος αποκλείεται πλήρως από την προσμέτρηση.
Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, η αναλογία διαμορφώνεται ως εξής:
- 24 μήνες εργασίας εξασφαλίζουν 15 μήνες επιδόματος.
- 36 μήνες εργασίας προσφέρουν 18 μήνες επιδόματος.
- 48 μήνες εργασίας αντιστοιχούν σε 21 μήνες επιδόματος.
- 5 έτη εργασίας ξεκλειδώνουν το μέγιστο όριο των 24 μηνών επιδότησης.
Εξαιρέσεις για μεγαλύτερες ηλικίες και ειδικές ομάδες
Η μεταρρύθμιση εισάγει και ορισμένες δικλείδες ασφαλείας, καθώς οι χρονικοί περιορισμοί δεν εφαρμόζονται οριζόντια σε όλες τις κατηγορίες. Ο ONEM έχει καταρτίσει μια λίστα εξαιρέσεων που αφορά συγκεκριμένες ομάδες εργαζομένων, καθώς και άτομα ηλικίας 55 ετών και άνω. Ωστόσο, για τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, η εξαίρεση από το χρονικό όριο ισχύει μόνο εφόσον αποδεικνύεται ένα ιδιαίτερα μακρόχρονο επαγγελματικό παρελθόν. Για τις νέες αιτήσεις που υποβάλλονται από τον Μάρτιο του 2026, η απαιτούμενη προϋπηρεσία ορίζεται αρχικά στα 31 έτη και θα αυξάνεται σταδιακά, φτάνοντας τα 35 έτη από το 2030.
Η διαχείριση των «μη χρησιμοποιημένων» περιόδων
Η νομοθεσία προβλέπει ότι η διακοπή του επιδόματος δεν στερεί μόνιμα το δικαίωμα επαναφοράς στο σύστημα. Εάν ένας πολίτης εργαστεί εκ νέου και συγκεντρώσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις (ένα έτος μισθωτής εργασίας εντός μιας τριετίας), μπορεί να υποβάλει νέα αίτηση. Παράλληλα, εισάγεται η έννοια των «μη χρησιμοποιημένων» μηνών. Αν κάποιος δικαιούται δύο χρόνια επιδόματος αλλά βρει εργασία μετά τον πρώτο χρόνο, ο εναπομείνας χρόνος δεν χάνεται. Σε περίπτωση που χάσει μεταγενέστερα τη νέα του δουλειά, οι εναπομείναντες μήνες μπορούν να προστεθούν στο νέο του δικαίωμα, με την προϋπόθεση ότι το σύνολο δεν ξεπερνά τους 24 μήνες.
Ακόμη και στην περίπτωση που ένας πολίτης επιστρέψει στην κατάσταση της ανεργίας μετά από ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα απασχόλησης – χωρίς να προλάβει δηλαδή να θεμελιώσει δικαίωμα για νέες παροχές – διατηρεί τη δυνατότητα να καταναλώσει το υπόλοιπο των παλαιότερων επιδομάτων του που δεν είχαν αξιοποιηθεί. Παρά τις εξαιρέσεις και τις ρυθμίσεις αναβολής, η μεταρρύθμιση αυτή αποτελεί μια βαθιά τομή, ευθυγραμμίζοντας το Βέλγιο με τις πρακτικές των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών.