Ελβετία – Αντιμέτωπες με μια πρωτοφανή οικονομική πίεση βρίσκονται χιλιάδες οικογένειες στη χώρα, καθώς το ραγδαία αυξανόμενο κόστος διαβίωσης εξανεμίζει τα διαθέσιμα εισοδήματα.
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του εθνικού βαρόμετρου για την οικογένεια, το οικονομικό άγχος αποτελεί πλέον την κυρίαρχη ανησυχία των πολιτών.
Οι αναλύσεις καταδεικνύουν μια ανησυχητική τάση, επιβεβαιώνοντας ότι η απόκτηση παιδιών αυξάνει κατακόρυφα τον κίνδυνο διολίσθησης κάτω από το όριο της φτώχειας, αναγκάζοντας τους γονείς σε έναν διαρκή αγώνα περικοπών και στερήσεων, ο οποίος συχνά δεν αρκεί για να ισοσκελίσει τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Το μεγαλύτερο πλήγμα στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς προέρχεται από τις συνεχείς ανατιμήσεις στα βασικά αγαθά και τη ραγδαία αύξηση των υποχρεωτικών ασφαλίστρων υγείας (Krankenkassenprämien).
Το ελβετικό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, το οποίο απαιτεί αυστηρά ατομική ιδιωτική ασφάλιση για κάθε μέλος της οικογένειας ανεξαρτήτως ηλικίας, μετατρέπεται σε μια δυσβάσταχτη μηνιαία υποχρέωση.
Σε συνδυασμό με τον γενικότερο πληθωρισμό, τα νοικοκυριά καλούνται να επιβιώσουν κάνοντας αυστηρή ιεράρχηση αναγκών, ενώ πολλοί γονείς αναγκάζονται να αναζητήσουν δεύτερη εργασία για να αποφύγουν τον υπερδανεισμό, καταλήγοντας στο τέλος του μήνα με μηδενικό υπόλοιπο στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς.
Ο αγώνας της επιβίωσης και η εγκατάλειψη των διακοπών
Ενδεικτική της κατάστασης είναι η περίπτωση πολυμελών οικογενειών, οι οποίες καλούνται να κάνουν δραστικές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους για να ανταπεξέλθουν στην πιεστική καθημερινότητα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οικογένεια της Selma U., η οποία μεγαλώνει τέσσερα παιδιά και αντιμετωπίζει έντονες οικονομικές δυσκολίες που κορυφώθηκαν την περίοδο της πανδημίας.
Η μετακόμισή τους σε άλλο καντόνι και οι αρχικές δυσκολίες εξεύρεσης σταθερής εργασίας για τον σύζυγο, δημιούργησαν ένα ασφυκτικό πλαίσιο, περιορίζοντας τα έξοδά τους στα απολύτως αναγκαία για την κάλυψη της διατροφής, της βασικής μετακίνησης με ένα παλιό όχημα και της στέγασης.
Προκειμένου να διατηρήσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και να αποφύγουν τη συσσώρευση χρεών, οι γονείς έχουν διαγράψει εντελώς την έννοια των θερινών διακοπών εδώ και εννέα ολόκληρα χρόνια.
Παράλληλα, καταφεύγουν συστηματικά σε αγορές ενδυμάτων από καταστήματα μεταχειρισμένων ειδών, ενώ επιλέγουν συνειδητά να διασχίζουν τα σύνορα και να κάνουν τα εβδομαδιαία τους ψώνια στη γειτονική Γερμανία, εκμεταλλευόμενοι τις χαμηλότερες τιμές των εκεί σούπερ μάρκετ.
Η μητέρα της οικογένειας αναφέρει χαρακτηριστικά πως, παρά τις εμφανείς στερήσεις σε σύγκριση με τους συμμαθητές των παιδιών τους που ταξιδεύουν συχνά σε παραθαλάσσιους προορισμούς, προτεραιότητα παραμένει η συναισθηματική σταθερότητα και η εκτίμηση των μικρών, καθημερινών χαρών έναντι της περιττής πολυτέλειας.
Το κόστος της παιδικής φροντίδας και οι μισθολογικές πιέσεις
Ένα επιπρόσθετο, τεράστιο εμπόδιο για την οικονομική ανάκαμψη των νοικοκυριών αποτελεί το εξωφρενικό κόστος των βρεφονηπιακών σταθμών (Kita).
Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, η επιστροφή και των δύο γονέων σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης κρίνεται απολύτως ασύμφορη.
Όπως εξηγούν μητέρες που επιθυμούν διακαώς να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας, τα τροφεία για την καθημερινή φύλαξη πολλών παιδιών υπερβαίνουν τον δυνητικό μισθό που θα λάμβαναν.
Αυτή η στρέβλωση του συστήματος τις εγκλωβίζει αναγκαστικά στο σπίτι, μειώνοντας δραματικά τα συνολικά έσοδα του νοικοκυριού και δημιουργώντας παράλληλα τεράστια κενά στις μελλοντικές τους συντάξεις (Pensionskasse).
Η πίεση είναι εξίσου έντονη και για τα νέα ζευγάρια που μόλις απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, λειτουργώντας συχνά αποτρεπτικά για την επέκταση της οικογένειας.
Εργαζόμενοι σε κλάδους με παραδοσιακά χαμηλές αποδοχές, όπως η εστίαση και η νοσηλευτική, βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να συρρικνώνεται εξαιτίας των καθηλωμένων μισθών.
Μια νέα μητέρα, η Daniela, περιγράφει τον διαρκή φόβο για τις επερχόμενες αυξήσεις στα τρόφιμα και τα ασφάλιστρα, τονίζοντας πως μαζί με τον σύζυγό της έχουν αφαιρέσει κάθε ίχνος πολυτέλειας από την καθημερινότητά τους προκειμένου να δημιουργήσουν οικογένεια.
Η ίδια εκφράζει τον βαθύτατο προβληματισμό της για το γεγονός ότι άτομα που εργάζονται σκληρά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, φτάνουν στο σημείο να τρομάζουν στην ιδέα της τεκνοποίησης εξαιτίας της τεράστιας οικονομικής αβεβαιότητας.
Η επίσημη στατιστική εικόνα και τα νοικοκυριά σε κίνδυνο
Η σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά αυτές οι οικογένειες επιβεβαιώνεται με τον πλέον επίσημο τρόπο από τα δεδομένα της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Bundesamt für Statistik).
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, αποδεικνύοντας ότι η άφιξη ενός παιδιού λειτουργεί ως καταλύτης για τη δραστική μείωση του βιοτικού επιπέδου ενός ζευγαριού.
Στον καθημερινό αγώνα επιβίωσης, πλήθος πολιτών που συμμετείχαν σε τοπικές έρευνες δηλώνουν ότι μετρούν ακόμα και την κατανάλωση ρεύματος και νερού στο σπίτι, αναζητούν μανιωδώς εκπτωτικά κουπόνια, ενώ συγκρίνουν συνεχώς το κόστος χρήσης ενός παλιού οχήματος με τα ακριβά εισιτήρια των μέσων μαζικής μεταφοράς (ÖV).
Παράλληλα, ανθρωπιστικές οργανώσεις και φορείς κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως η Caritas, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, υπογραμμίζοντας ότι το πρόβλημα λαμβάνει ενδημικές διαστάσεις στη χώρα.
Οι πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες φλερτάρουν επικίνδυνα με την απόλυτη φτώχεια, είναι ξεκάθαρα οι μονογονεϊκές οικογένειες, τα ζευγάρια που μεγαλώνουν πολύ μικρά παιδιά και τα νοικοκυριά που συντηρούν τρία ή περισσότερα προστατευόμενα μέλη.
Η απουσία ισχυρών και στοχευμένων κρατικών παρεμβάσεων για την ελάφρυνση αυτών των συγκεκριμένων βαρών δημιουργεί μια γενιά πολιτών που παλεύουν εξαντλητικά να ισοσκελίσουν τα έσοδα με τα έξοδα, εγκαταλείποντας κάθε έννοια αναψυχής στον βωμό της απλής επιβίωσης.