Σε ένα σύνθετο κοινωνικό και πολεοδομικό αδιέξοδο φαίνεται να έχει περιέλθει η Ελβετία, καθώς, παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη περί οξείας στεγαστικής κρίσης, η πλειοψηφία των πολιτών απορρίπτει κατηγορηματικά τις πρακτικές λύσεις που θα μπορούσαν να εκτονώσουν την κατάσταση.
Σύμφωνα με τα ευρήματα νέας αντιπροσωπευτικής έρευνας που διενεργήθηκε τον Νοέμβριο του 2025, ενώ σχεδόν έξι στους δέκα πολίτες (59%) αναγνωρίζουν ότι υπάρχει σοβαρή έλλειψη στέγης στην περιοχή τους, οι ίδιοι αντιτίθενται στη λήψη κατασκευαστικών μέτρων για τη δημιουργία νέων οικιστικών μονάδων.
Τα στοιχεία της έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε από την εταιρεία Comparis σε δείγμα 1.039 ενηλίκων από όλες τις περιοχές της χώρας, αποκαλύπτουν μια βαθιά αντίφαση.
Το 50% των ερωτηθέντων τάσσεται κατά της ανέγερσης ψηλότερων κτιρίων (άνω των έξι ορόφων) στην κοινότητά τους, ενώ μόλις το 45% θα δεχόταν μια τέτοια εξέλιξη ως μέσο για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών.
Η στάση αυτή φέρνει στο προσκήνιο τη δυσκολία εξεύρεσης κοινά αποδεκτών λύσεων σε ένα πρόβλημα που ταλανίζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Αρνητική στάση σε πυκνή δόμηση και νέες ζώνες
Η άρνηση για αλλαγή του πολεοδομικού ιστού δεν περιορίζεται μόνο στο ύψος των κτιρίων αλλά επεκτείνεται και στην πυκνότητα δόμησης.
Το 72% των συμμετεχόντων δήλωσε αντίθετο σε μια πιο πυκνή δόμηση που θα συνεπαγόταν μικρότερες αποστάσεις μεταξύ των κτιρίων και περιορισμό των χώρων πρασίνου.
Παρόμοια εικόνα επικρατεί και στο ζήτημα της επέκτασης των οικιστικών ζωνών, καθώς τα δύο τρίτα των πολιτών απέρριψαν την ιδέα δημιουργίας νέων ζωνών δόμησης εις βάρος γεωργικών εκτάσεων ή χώρων πρασίνου.
Ο ειδικός σε θέματα ακινήτων της Comparis, Harry Büsser, περιέγραψε την κατάσταση ως ένα ουσιαστικό δίλημμα για τη χώρα.
Όπως επεσήμανε, η ανάγκη για περισσότερο ζωτικό χώρο είναι μεν αδιαμφισβήτητη, ωστόσο η κοινωνία μπλοκάρει πολιτικά και πρακτικά τις ρεαλιστικές διεξόδους.
«Η Ελβετία βρίσκεται σε αδιέξοδο: Η στεγαστική ανάγκη γίνεται αισθητή ευρέως, αλλά οι λύσεις εμποδίζονται», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας την αντίφαση μεταξύ της απαίτησης για σπίτια και της αποτροπής κάθε οικοδομικής δραστηριότητας.
Το χάσμα γενεών και η αστική πραγματικότητα
Η πίεση της έλλειψης κατοικιών δεν κατανέμεται ισομερώς στον πληθυσμό, γεγονός που επηρεάζει και τη στάση απέναντι στα μέτρα αντιμετώπισης.
Σύμφωνα με την ανάλυση των δεδομένων, οι νέοι ηλικίας 18 έως 35 ετών και οι κάτοικοι των αστικών κέντρων είναι αυτοί που βιώνουν εντονότερα το πρόβλημα, με ποσοστά 65% και 66% αντίστοιχα.
Λόγω αυτής της πίεσης, οι συγκεκριμένες δημογραφικές ομάδες εμφανίζονται πιο διαλλακτικές απέναντι σε κατασκευαστικές παρεμβάσεις.
Ειδικότερα, το 52% των νέων και το 54% των κατοίκων των πόλεων δήλωσαν πρόθυμοι να αποδεχθούν την κατασκευή ψηλότερων κτιρίων προκειμένου να βρεθεί λύση.
Αντιθέτως, στις προαστιακές περιοχές (Agglomeration), η αντίσταση είναι ισχυρότερη, με μόλις το 39% των κατοίκων να συναινεί στην προοπτική ανέγερσης πολυκατοικιών άνω των έξι ορόφων.
Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, αν και η χώρα χρειάζεται επειγόντως περισσότερα διαμερίσματα, παραμένει ασαφές από πού θα προκύψουν αυτά, δεδομένης της ισχυρής κοινωνικής αντίδρασης σε κάθε μορφή πολεοδομικής πύκνωσης ή επέκτασης.
