Ελβετία – Μια εκτενής αποτύπωση των μαθησιακών δυνατοτήτων στο εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα φέρνει στην επιφάνεια σημαντικές ανισότητες όσον αφορά την κατάκτηση των βασικών γνώσεων από τους μικρότερους μαθητές.
Η επίσημη κρατική έρευνα που διενεργήθηκε, αναλύοντας σε βάθος τις ακαδημαϊκές επιδόσεις χιλιάδων παιδιών της δεύτερης τάξης του δημοτικού, καταδεικνύει μια σαφή υπεροχή στη γλωσσική κατανόηση έναντι της πρακτικής αριθμητικής ικανότητας. Τα συγκεντρωτικά δεδομένα που παρουσιάστηκαν στη Βέρνη από τις αρμόδιες θεσμικές αρχές, αποκαλύπτουν την ισχυρή επιρροή που ασκεί το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο της οικογένειας στη μαθησιακή εξέλιξη, διαμορφώνοντας πλέον τον μελλοντικό σχεδιασμό των εκπαιδευτικών αξιολογήσεων στη χώρα.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Αξιολογήθηκαν με ειδικά τεστ σχεδόν 20.000 μαθητές σε 1.150 σχολικές μονάδες.
- Το 87% των παιδιών εκπληρώνει απόλυτα τους στόχους στην ακουστική κατανόηση.
- Μόλις το 76% ανταποκρίνεται με επάρκεια στις απαιτήσεις των μαθηματικών.
- Ακυρώνεται η διεξαγωγή αντίστοιχων μελλοντικών δοκιμασιών για τις μικρές τάξεις.
Ποιες επιδόσεις καταγράφουν οι μαθητές: Τα ποσοστά στα ελβετικά σχολεία
Η Διάσκεψη των Διευθυντών Εκπαίδευσης (EDK) ανέλαβε το απαιτητικό εγχείρημα να χαρτογραφήσει το πραγματικό μαθησιακό επίπεδο, διοργανώνοντας κατά τη διάρκεια του 2024 μια εκτεταμένη εθνική δοκιμασία στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Όπως ανακοίνωσε επίσημα ο κρατικός σύμβουλος Christophe Darbellay, η μελέτη επικεντρώθηκε σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα σχεδόν 20.000 μαθητών που φοιτούν σε 1.150 διαφορετικά σχολικά συγκροτήματα. Η διαδικασία κάλυψε ολόκληρη την επικράτεια, με μοναδική εξαίρεση τα καντόνια Zug και Nidwalden που επέλεξαν να μην συμμετάσχουν. Αυτή η πρωτοφανής καταγραφή παρέχει στις διευθύνσεις μια κρίσιμη εικόνα για τον βαθμό εναρμόνισης των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών μεταξύ των περιφερειών.
Τα αναλυτικά στατιστικά αποτελέσματα επιβεβαιώνουν μια ισχυρή κλίση των παιδιών προς τον γλωσσικό τομέα, διαψεύδοντας ορισμένες αρχικές ανησυχίες. Ειδικότερα, η ακουστική κατανόηση της εκάστοτε εθνικής γλώσσας καταγράφει εξαιρετικά ικανοποιητικά ποσοστά, με το 87% των εξεταζόμενων μαθητών να εκπληρώνει πλήρως τους θεσπισμένους εκπαιδευτικούς στόχους. Η εικόνα, ωστόσο, αλλάζει άρδην όταν η αξιολόγηση περνά σε πιο αναλυτικές δεξιότητες. Στον τομέα της ανάγνωσης, το ποσοστό επιτυχίας υποχωρεί στο 79%, ενώ στα μαθηματικά περιορίζεται στο 76%, νούμερα που το αρμόδιο συμβούλιο χαρακτηρίζει αυστηρά ως “μέτρια”, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για βελτιωτικές παρεμβάσεις εντός των αιθουσών διδασκαλίας.
Η παγίδα της κοινωνικής καταγωγής: Γιατί καταργούνται οι εξετάσεις
Πέρα από τους ψυχρούς αριθμούς των επιδόσεων, η εθνική έρευνα φέρνει στο προσκήνιο τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζει το οικογενειακό περιβάλλον στην ακαδημαϊκή πορεία. Σύμφωνα με την έκθεση, η κοινωνική προέλευση αποτελεί έναν καθοριστικό παράγοντα που επηρεάζει άμεσα και διαχρονικά τις βαθμολογίες σε όλα ανεξαιρέτως τα μαθήματα. Τα παιδιά που προέρχονται από κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτες οικογένειες συγκέντρωσαν τις χαμηλότερες βαθμολογίες, αποδεικνύοντας ότι οι ανισότητες ριζώνουν ήδη από τα πρώτα σχολικά χρόνια. Παράλληλα, η κύρια γλώσσα επικοινωνίας στο σπίτι, καθώς και το μεταναστευτικό υπόβαθρο, αξιολογήθηκαν ως στοιχεία που δυσχεραίνουν εν μέρει την αφομοίωση της ύλης.
Παρά τον τεράστιο όγκο δεδομένων που συλλέχθηκαν με επιτυχία, αυτή η διαγνωστική δοκιμασία για τα παιδιά της δευτέρας τάξης σχεδιάζεται να είναι η τελευταία του είδους της. Εξαιτίας της απουσίας προηγούμενων αντίστοιχων μετρήσεων κατά το παρελθόν, η εξαγωγή μακροπρόθεσμων συγκριτικών συμπερασμάτων κατέστη πρακτικά αδύνατη. Αναγνωρίζοντας αυτή την τεχνική αδυναμία, η κρατική διοίκηση αποφάσισε να αναπροσαρμόσει την πολιτική της. Ο μηχανισμός θα στρέψει πλέον την προσοχή του και τους οικονομικούς του πόρους στη διεξαγωγή εξειδικευμένων ελέγχων αποκλειστικά στο τέλος της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης, εγκαταλείποντας τον προγραμματισμό για τις μικρότερες ηλικίες.