Γερμανία – Οι καταναλωτικές συνήθειες στον τομέα των τροφίμων βρίσκονται προ των πυλών μιας μεγάλης μεταρρύθμισης, καθώς η αλυσίδα Lidl αποφάσισε να εισέλθει ξανά, αλλά με πολύ ισχυρότερους όρους, στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Με την έναρξη της πιλοτικής εφαρμογής της υπηρεσίας Click & Collect, η οποία ήδη δοκιμάζεται εντατικά στην Ιρλανδία, η εταιρεία επιτρέπει στους πελάτες της να ολοκληρώνουν τις αγορές τους αποκλειστικά μέσω κινητού τηλεφώνου. Η καινοτομία έγκειται στο γεγονός ότι οι καταναλωτές παραλαμβάνουν τα προϊόντα απευθείας στο όχημά τους, χωρίς να χρειαστεί να περάσουν καν την είσοδο του καταστήματος. Η κίνηση αυτή αναμένεται να ασκήσει τεράστια πίεση στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, δημιουργώντας ισχυρές προσδοκίες για άμεση μεταφορά του μοντέλου και στην κεντρική αγορά.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η υπηρεσία διατίθεται αποκλειστικά μέσω της ψηφιακής εφαρμογής Lidl-Plus-App.
- Το ελάχιστο όριο παραγγελίας για τους καταναλωτές ορίζεται στα 30 ευρώ.
- Οι πελάτες επιβαρύνονται με μια επιπλέον χρέωση 4,99 ευρώ ανά συναλλαγή.
- Εξαιρούνται από τη δυνατότητα ψηφιακής παραγγελίας τα είδη Nonfood.
Πώς λειτουργεί η νέα ψηφιακή υπηρεσία: Τα κριτήρια και το κόστος παραγγελίας
Η διαδικασία σχεδιάστηκε με γνώμονα την απόλυτη αυτοματοποίηση των καθημερινών αγορών, μεταφέροντας το σύνολο της εμπειρίας στο ψηφιακό περιβάλλον. Οι χρήστες επιλέγουν τα προϊόντα τους μέσα από τη Lidl-Plus-App, δεσμεύουν ένα συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο για την παραλαβή και προχωρούν στην ηλεκτρονική πληρωμή, αποφεύγοντας τις καθυστερήσεις. Μόλις το όχημα του πελάτη εισέλθει στον χώρο στάθμευσης του καταστήματος, το σύστημα ειδοποιεί τους υπαλλήλους, οι οποίοι μεταφέρουν τις ήδη συσκευασμένες σακούλες απευθείας στο αυτοκίνητο. Η ασφάλεια της διαδικασίας διασφαλίζεται μέσω ενός μοναδικού κωδικού PIN που αποτρέπει τα λάθη κατά τη φυσική παράδοση των αγαθών.
Ο οικονομικός διακανονισμός της συναλλαγής ολοκληρώνεται αυστηρά τη στιγμή της φυσικής παραλαβής, επιτρέποντας στο λογισμικό να προσαρμόσει το τελικό ποσό με βάση τις τρέχουσες τιμές ημέρας ή τις πιθανές αντικαταστάσεις προϊόντων που τυχόν έλειπαν από το ράφι. Η πρόσβαση στην υπηρεσία προϋποθέτει τη συμπλήρωση ενός ελάχιστου ποσού παραγγελίας ύψους 30 ευρώ, ενώ στο τέλος προστίθεται μια πάγια χρέωση εξυπηρέτησης ύψους 4,99 ευρώ. Οι παραγγελίες πρέπει να καταχωρούνται το αργότερο μέχρι τα μεσάνυχτα της προηγούμενης ημέρας, προσφέροντας πλήρη πρόσβαση σε όλο το τμήμα τροφίμων, από τα φρέσκα φρούτα μέχρι τα γαλακτοκομικά και τα είδη ξηρού φορτίου. Εκτός της ψηφιακής λίστας παραμένουν προσωρινά μόνο τα εποχιακά είδη ρουχισμού και τα εργαλεία.
Η πίεση από την Rewe και τα σχέδια της Lidl για επέκταση στην αγορά
Παρά τις προηγούμενες άκαρπες προσπάθειες του γερμανικού κολοσσού να εδραιώσει παρόμοιες ψηφιακές λύσεις στο παρελθόν, η τρέχουσα τεχνολογική υποδομή υποδηλώνει μια βαθύτερη και σαφώς πιο μόνιμη στρατηγική δέσμευση. Η πλήρης ενσωμάτωση όλης της διαδικασίας μέσα στο ήδη δημοφιλές περιβάλλον της Lidl-Plus-App εξαλείφει εντελώς την ανάγκη για σχεδιασμό νέων πλατφορμών, καθιστώντας πρακτικά πανεύκολη τη γρήγορη μεταφορά του συστήματος σε άλλα καταστήματα ή χώρες. Αυτή η ευελιξία τοποθετεί την εταιρεία σε εξαιρετικά πλεονεκτική θέση ενόψει των μελλοντικών της αναπτυξιακών κινήσεων στην ευρωπαϊκή σκηνή. Τα θεμέλια της επέκτασης είναι ήδη έτοιμα.
Προς το παρόν δεν έχει ανακοινωθεί κάποιο επίσημο χρονοδιάγραμμα για την άφιξη της υπηρεσίας στη γερμανική επικράτεια, ωστόσο τα δυναμικά δεδομένα της αγοράς μαρτυρούν ότι η αναμονή δύσκολα θα είναι μακρά. Οι τεχνικές προϋποθέσεις στα καταστήματα πληρούνται στο ακέραιο, ενώ μεγάλοι ανταγωνιστές, όπως η αλυσίδα Rewe, έχουν ήδη καταφέρει να εδραιώσουν αντίστοιχες πρακτικές, δημιουργώντας ένα ισχυρό προηγούμενο το οποίο η Lidl δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει. Η σταδιακή μετατόπιση του καταναλωτικού κοινού προς ψηφιακές λύσεις που εξοικονομούν πολύτιμο χρόνο αναμένεται να επιταχύνει θεαματικά τις εξελίξεις στον τομέα των λιανικών πωλήσεων. Η ψηφιακή μάχη των σούπερ μάρκετ μόλις ξεκίνησε.