Γερμανία – Ενώπιον της δικαιοσύνης βρίσκεται πλέον ο πρώην ομοσπονδιακός υπουργός Μεταφορών, Αντρέας Σόιερ, προερχόμενος από τους κόλπους της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης (CSU), καθώς αντιμετωπίζει τη σοβαρή κατηγορία της ψευδούς κατάθεσης ενώπιον εξεταστικής επιτροπής της Bundestag.
Η πολύκροτη υπόθεση που οδηγεί τον κορυφαίο πολιτικό στο εδώλιο σχετίζεται άμεσα με το περιώνυμο, αλλά τελικά αποτυχημένο, κυβερνητικό σχέδιο για την επιβολή και εισαγωγή διοδίων στους γερμανικούς αυτοκινητοδρόμους.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι δικαστικές αρχές διερευνούν ενδελεχώς τις επίσημες δηλώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια του εντατικού κοινοβουλευτικού ελέγχου, ο οποίος είχε ως κύριο στόχο να φέρει στο φως τα πιθανά λάθη, τις παραλείψεις και τον τρόπο διαχείρισης των κρατικών κονδυλίων από την πλευρά του υπουργείου.
Από την πλευρά του, ο πρώην υπουργός απορρίπτει κατηγορηματικά όλες τις κατηγορίες που του αποδίδονται, αρνούμενος οποιαδήποτε συνειδητή παραπλάνηση των κοινοβουλευτικών θεσμών.
Το εν λόγω πολιτικό σχέδιο για την επιβολή διοδίων στα επιβατικά αυτοκίνητα των οδηγών από το εξωτερικό που χρησιμοποιούν το γερμανικό οδικό δίκτυο, αποτέλεσε ιστορικά έναν από τους βασικούς και αδιαπραγμάτευτους πυλώνες της πολιτικής ατζέντας της CSU.
Η συγκεκριμένη επιδίωξη προωθήθηκε δυναμικά κατά την περίοδο της κυβερνητικής συνεργασίας το 2018 με το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) και τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD), υπό την αυστηρή ηγεσία της τότε καγκελαρίου Άγγελα Μέρκελ, σε μια προσπάθεια να εξασφαλιστούν επιπρόσθετοι πόροι για τη συντήρηση των υποδομών.
Η καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
Παρά την ισχυρή πολιτική βούληση που υπήρχε στο εσωτερικό της τότε κυβερνητικής συμμαχίας, η φιλόδοξη αυτή στρατηγική για τα διόδια κατέρρευσε ολοκληρωτικά τον Ιούνιο του 2019.
Μετά από επίσημη νομική προσφυγή που κατέθεσε η γειτονική Αυστρία, διαμαρτυρόμενη εντόνως για την άνιση μεταχείριση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση-καταπέλτη.
Οι Ευρωπαίοι δικαστές έκριναν το μέτρο ως απολύτως παράνομο, στηριζόμενοι στο αυστηρό σκεπτικό ότι εισάγει σαφείς διακρίσεις εις βάρος των ξένων οδηγών που διέρχονται από τη χώρα, παραβιάζοντας έτσι τις θεμελιώδεις αρχές της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Αυτή η δυσμενής νομική εξέλιξη ανάγκασε τη γερμανική κυβέρνηση να εγκαταλείψει οριστικά και αμετάκλητα το σχέδιο, πυροδοτώντας ταυτόχρονα πολιτικές αναταράξεις και τη σύσταση κοινοβουλευτικής εξεταστικής επιτροπής για την αυστηρή αναζήτηση ευθυνών.
Οι νομικές συνέπειες της απόφασης ήταν άμεσες και καταστροφικές για τον σχεδιασμό του υπουργείου Μεταφορών, ακυρώνοντας εν τη γενέσει της μια πολιτική που είχε προβληθεί ως μείζον επίτευγμα της συγκυβέρνησης. Το πολιτικό κόστος για τους εμπνευστές του σχεδίου ήταν τεράστιο, καθώς κλήθηκαν να εξηγήσουν την νομική ανεπάρκεια της προετοιμασίας.
Η συγκεκριμένη ετυμηγορία των Ευρωπαίων δικαστών δεν άφησε κανένα απολύτως περιθώριο ελιγμών στο Βερολίνο, αναδεικνύοντας τις νομικές προχειρότητες που χαρακτήριζαν το εγχείρημα από τα πρώτα κιόλας στάδια της σύλληψής του. Η απόφαση έθεσε οριστικό τέλος στις ορέξεις της CSU για την εφαρμογή του μέτρου.
Το οικονομικό κόστος και οι τεράστιες αποζημιώσεις
Πέρα από την ηθική και πολιτική διάσταση της ακύρωσης του μέτρου, η υπόθεση έλαβε γρήγορα εφιαλτικές οικονομικές διαστάσεις.
Το γερμανικό κράτος, εγκλωβισμένο στις δεσμευτικές αποφάσεις και τις πρόωρες συμφωνίες της τότε ηγεσίας του υπουργείου Μεταφορών, βρέθηκε στη δυσχερή θέση να αναλάβει εξ ολοκλήρου το τεράστιο οικονομικό βάρος της πρωτοφανούς αποτυχίας.
Η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να καταβάλει το ιλιγγιώδες ποσό των 243 εκατομμυρίων ευρώ ως άμεση αποζημίωση στις ιδιωτικές εταιρείες που είχαν επιλεγεί και αναλάβει την εκμετάλλευση των διοδίων.
Η καταβολή αυτού του δυσθεώρητου ποσού από τα κρατικά ταμεία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην κοινή γνώμη, η οποία παρακολουθούσε άναυδη τις εξελίξεις.
Παράλληλα, το γεγονός αυτό ήγειρε σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ορθότητα του ελέγχου των δημοσίων συμβάσεων και την προστασία των συμφερόντων των πολιτών και των φορολογουμένων.
Η ανυπολόγιστη οικονομική ζημιά που προκλήθηκε εν τέλει στο γερμανικό δημόσιο αποτέλεσε τη βασική θρυαλλίδα για την ταχύτερη και αυστηρότερη διερεύνηση της υπόθεσης σε ανώτατο πολιτικό και δικαστικό επίπεδο, προκειμένου να αποδοθούν οι απαραίτητες ευθύνες σε όσους χειρίστηκαν τις επίμαχες και πολυδάπανες συμφωνίες.
Οι επίμαχες καταθέσεις και η εισαγγελική παρέμβαση
Ο πυρήνας της σφοδρής κριτικής που άσκησε η κοινοβουλευτική εξεταστική επιτροπή, η οποία ολοκλήρωσε το δύσκολο ερευνητικό της έργο το καλοκαίρι του 2021, επικεντρώθηκε αποκλειστικά στις αποφάσεις που πάρθηκαν υπό τον Αντρέας Σόιερ. Τ
ο βασικότερο ζήτημα που αναδείχθηκε ήταν η βιαστική υπογραφή συμβάσεων με τον επιλεγμένο φορέα εκμετάλλευσης ήδη από τα τέλη του 2018, σε μια χρονική στιγμή όπου η ετυμηγορία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου βρισκόταν ακόμη στον αέρα.
Κατά την ακρόασή τους από την κοινοβουλευτική επιτροπή, ο πρώην υπουργός Μεταφορών και ο τότε υφυπουργός, Γκέρχαρντ Σουλτς, κατηγορούνται ότι προχώρησαν σε σκοπίμως ψευδείς αναφορές.
Ειδικότερα, κλήθηκαν να απαντήσουν εάν οι φορείς εκμετάλλευσης είχαν προτείνει, κατά τη διάρκεια κρίσιμης συνάντησης στις 29 Νοεμβρίου 2018, την αναβολή των υπογραφών μέχρι την έκδοση της ευρωπαϊκής απόφασης. Οι ίδιοι φέρονται να απάντησαν ότι δεν μπορούσαν να θυμηθούν καμία τέτοια πρόταση.
Η εισαγγελία θεωρεί πως η απάντηση δόθηκε εν γνώσει της ανακρίβειάς της, σε ευθεία αντίθεση με την πραγματική τους μνήμη. Ήδη από τις αρχές του 2022, η Εισαγγελία του Βερολίνου είχε εκκινήσει τη σχετική έρευνα εναντίον τους, έπειτα από μηνύσεις ιδιωτών, οδηγώντας πλέον την ογκώδη δικογραφία στις δικαστικές αίθουσες.