Γερμανία – Μια ριζική αναδιάταξη ισχύος στον παγκόσμιο χάρτη των στρατιωτικών εξοπλισμών καταγράφεται στα επίσημα δεδομένα του SIPRI που δόθηκαν στη δημοσιότητα τον Απρίλιο του 2026, με το Βερολίνο να εδραιώνεται πλέον στην τέταρτη θέση των κρατών με τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση αμυντικών προγραμμάτων. Οι γερμανικές δαπάνες για το έτος 2025 εκτινάχθηκαν στο ιστορικό υψηλό των 114 δισεκατομμυρίων δολαρίων, δημιουργώντας ένα αξιοσημείωτο γεωπολιτικό παράδοξο, καθώς η ευρωπαϊκή χώρα δαπανά πλέον σχεδόν τα διπλάσια κεφάλαια για τις ένοπλες δυνάμεις της σε σύγκριση με ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο. Το νέο αυτό δόγμα ασφαλείας μεταβάλλει τις ισορροπίες στην Ευρώπη και πυροδοτεί έντονες συζητήσεις στο εσωτερικό της χώρας σχετικά με την κατανομή των εθνικών πόρων.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η Γερμανία κατέγραψε αύξηση 24% στις στρατιωτικές δαπάνες, φτάνοντας τα 114 δισ. δολάρια.
- Το παγκόσμιο ρεκόρ αμυντικών δαπανών ανήλθε συνολικά στα 2,887 τρισεκατομμύρια δολάρια.
- Οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ρωσία, η Γερμανία και η Ινδία ελέγχουν το 58% των παγκόσμιων εξοπλισμών.
- Η αφρικανική ήπειρος στο σύνολό της δαπάνησε 58,2 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η αναρρίχηση της Γερμανίας στην παγκόσμια κατάταξη δαπανών
Η στρατηγική επιλογή του Βερολίνου να ενισχύσει καθοριστικά την αποτρεπτική του ικανότητα αποτυπώνεται στη ραγδαία αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού κατά 24% μέσα στο 2025, μια κίνηση που εκτόπισε το Ηνωμένο Βασίλειο από την τέταρτη θέση της παγκόσμιας λίστας. Για πρώτη φορά μετά την επανένωση της χώρας το 1990, το ποσοστό των στρατιωτικών δαπανών επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος ξεπέρασε το κρίσιμο όριο του 2%, κλειδώνοντας στο 2,3%. Η δυναμική αυτή εντάσσει πλέον τη χώρα σε έναν στενό κύκλο κρατών που διαμορφώνουν την παγκόσμια ασφάλεια, με τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της κυβέρνησης να στοχεύει στην επίτευξη του 3,5% έως το έτος 2029.
Για να υποστηριχθεί αυτό το τεράστιο οικονομικό βάρος, ο κυβερνητικός μηχανισμός προχώρησε σε κομβικές τροποποιήσεις των αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων που διέπουν τη χώρα. Ειδικότερα, αποφασίστηκε ότι οι αμυντικές δαπάνες που υπερβαίνουν το 1% του ΑΕΠ θα εξαιρούνται πλέον από τους περιορισμούς του “φρένου χρέους” (Schuldenbremse), παρέχοντας την απαραίτητη δημοσιονομική ευελιξία. Αυτή η αναπροσαρμογή συνέβαλε στο να διαμορφωθεί ένα παγκόσμιο ρεκόρ, με τις συνολικές στρατιωτικές δαπάνες σε διεθνές επίπεδο να σπάνε το φράγμα των 2,887 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι υπερδυνάμεις και η κυριαρχία στον παγκόσμιο χάρτη
Στην κορυφή της πυραμίδας παραμένουν αδιαφιλονίκητα οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες το 2025 απορρόφησαν το ένα τρίτο των παγκόσμιων δαπανών με προϋπολογισμό 954 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παρά τη μείωση του 7,5% που καταγράφηκε λόγω της προσωρινής παύσης νέων πακέτων στρατιωτικής βοήθειας προς τρίτες χώρες, η Ουάσιγκτον εστιάζει στην πυρηνική της αναβάθμιση μέσω προγραμμάτων όπως τα υποβρύχια κλάσης Columbia, με στόχο την ανάσχεση της επιρροής του Πεκίνου στην περιοχή του Ινδοειρηνικού. Ακολουθεί η Κίνα με εκτιμώμενες δαπάνες 336 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σημειώνοντας την 31η συνεχόμενη χρονιά αυξήσεων, γεγονός που συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων όπως το στρατηγικό βομβαρδιστικό H-20.
Στην τρίτη θέση σταθεροποιείται η Ρωσία, εν μέσω παρατεταμένων πολεμικών συγκρούσεων, αυξάνοντας τον προϋπολογισμό της κατά 5,9% στα 190 δισεκατομμύρια δολάρια. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 7,5% του ρωσικού ΑΕΠ και απορροφά το 20% του συνολικού κρατικού προϋπολογισμού, καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει ποτέ το ινστιτούτο ερευνών για τη Μόσχα. Σύμφωνα με την ανάλυση των δεδομένων, η ρωσική βιομηχανία, παρά τις πιέσεις από τις δυτικές κυρώσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού, στρέφεται μαζικά στην παραγωγή οικονομικότερων οπλικών συστημάτων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ενώ ταυτόχρονα ένα ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα του αμυντικού προϋπολογισμού καλύπτεται από καθεστώς απόλυτης μυστικότητας. Αθροιστικά, οι πέντε μεγαλύτερες δυνάμεις – ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, Γερμανία και Ινδία – συγκεντρώνουν 1,686 τρισεκατομμύρια δολάρια, ελέγχοντας το 58% της παγκόσμιας αγοράς.
Η ανισορροπία με την αφρικανική ήπειρο και οι τοπικές κρίσεις
Η έντονη αντίθεση της γερμανικής εξοπλιστικής κούρσας αναδεικνύεται μέσα από τη σύγκριση με την αφρικανική ήπειρο, η οποία στο σύνολό της δαπάνησε μόλις 58,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Αν και το ποσό αυτό συνιστά αύξηση 8,5% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αντιπροσωπεύει μόλις το 2% των παγκόσμιων εξοπλισμών, την ώρα που η Ευρώπη αγγίζει το 30%. Στη Βόρεια Αφρική, η Αλγερία ηγείται με δαπάνες 25,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί στο 8,8% του ΑΕΠ της, επενδύοντας μαζικά λόγω των συνεχιζόμενων συνοριακών εντάσεων με το Μαρόκο για τον έλεγχο της Δυτικής Σαχάρας.
Στην υποσαχάρια ζώνη, οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί αντανακλούν την όξυνση των εσωτερικών κρίσεων ασφαλείας. Η Νιγηρία προχώρησε σε ραγδαία αύξηση 55%, φτάνοντας τα 2,1 δισεκατομμύρια δολάρια, προκειμένου να αντιμετωπίσει εξτρεμιστικές ομάδες και τοπικές εξεγέρσεις. Αντίστοιχα, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό αύξησε τα κονδύλιά της κατά 20% εν μέσω ένοπλων συγκρούσεων, ενώ η Νότια Αφρική, παρότι παραμένει η ισχυρότερη δύναμη της περιοχής με 3,2 δισεκατομμύρια δολάρια, παρουσίασε μείωση επενδύσεων της τάξης του 1,2%.
Η πολιτική αντιπαράθεση στο Βερολίνο για τους προϋπολογισμούς
Η δημοσιοποίηση των συγκεκριμένων στοιχείων πυροδότησε έναν νέο κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης στο εσωτερικό της χώρας, με την αντιπολίτευση να ασκεί δριμεία κριτική στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών. Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος Die Linke, Sören Pellmann, εξαπέλυσε επίθεση στην κυβερνητική πολιτική, σημειώνοντας μέσω έμμεσων αναφορών ότι η χώρα έχει εισέλθει σε ένα επικίνδυνο σπιράλ εξοπλισμών που αποστραγγίζει τους εθνικούς πόρους προς όφελος της πολεμικής βιομηχανίας.
Σύμφωνα με τις θέσεις που διατύπωσε η πλευρά της αντιπολίτευσης, το υπουργικό συμβούλιο υπό τον καγκελάριο Friedrich Merz φέρεται να προκρίνει την περικοπή κρίσιμων κοινωνικών παροχών, προκειμένου να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών αναγκών. Οι επικριτές της κυβέρνησης εστιάζουν ιδιαίτερα στις πρακτικές σύναψης συμβάσεων από τις ένοπλες δυνάμεις, παραθέτοντας στοιχεία σύμφωνα με τα οποία μέσα σε μια τετραετία υπογράφηκαν περισσότερα από 47.000 συμβόλαια προμηθειών, των οποίων ο συνολικός οικονομικός όγκος προσέγγισε τα 111 δισεκατομμύρια ευρώ, εγείροντας ερωτήματα για τις προτεραιότητες της κρατικής μηχανής.