Γερμανία – Σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις που απασχολούν προσωπικό με το ειδικό καθεστώς μερικής απασχόλησης, καθώς η κυβέρνηση προωθεί άμεσα αυξήσεις στη φορολογία και νέες ασφαλιστικές κρατήσεις. Παρότι οι καθαρές αποδοχές των εργαζομένων παραμένουν προστατευμένες, το αυξημένο λειτουργικό κόστος για τις εταιρείες αναμένεται να αναδιαμορφώσει τον χάρτη της αγοράς εργασίας τα επόμενα χρόνια.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Ο κατ’ αποκοπή φόρος που καταβάλλουν οι εργοδότες αυξάνεται από το 2% στο 5%.
- Επιβάλλεται νέα ασφαλιστική εισφορά μακροχρόνιας φροντίδας ύψους 3,6% από το επόμενο έτος.
- Το ανώτατο μηνιαίο όριο αποδοχών αναπροσαρμόζεται στα 633 ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Οι νέες επιβαρύνσεις για τους εργοδότες
Τα κυβερνητικά σχέδια, όπως επιβεβαιώνονται από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών (Bundesfinanzministerium), προβλέπουν μια αισθητή αύξηση στον κατ’ αποκοπή φόρο μισθωτών υπηρεσιών που συνοδεύει αυτές τις συμβάσεις. Μέχρι σήμερα, οι επιχειρήσεις καλούνταν να αποδώσουν μόλις το 2% επί των αποδοχών. Με τη νέα ρύθμιση, το ποσοστό αυτό εκτινάσσεται στο 5%, προσθέτοντας ένα σημαντικό και διαρκές βάρος στους προϋπολογισμούς των εταιρειών λιανικής και εστίασης.
Παράλληλα, θεσπίζεται μια εντελώς νέα υποχρέωση για τους εργοδότες στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης. Από το επόμενο έτος, θα πρέπει να καταβάλλουν επιπλέον εισφορές ύψους 3,6% για την ασφάλιση μακροχρόνιας φροντίδας, κάτι που μέχρι τώρα δεν ίσχυε για τις συγκεκριμένες ευέλικτες μορφές απασχόλησης. Αυτή η διπλή οικονομική πίεση στοχεύει στην ενίσχυση των κρατικών ταμείων μέσα από την εταιρική συμμετοχή.
Ο αντίκτυπος στους εργαζομένους και την αγορά
Παρά τη ριζική αλλαγή στο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, οι 6,8 εκατομμύρια εργαζόμενοι που απασχολούνται σήμερα με αυτή τη μορφή εργασίας δεν πρόκειται να δουν μειώσεις στις τσέπες τους. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Minijob-Zentrale, οι καθαρές μηνιαίες πληρωμές θα παραμείνουν απολύτως σταθερές. Ωστόσο, εκπροσώποι της αγοράς εκφράζουν έντονες ανησυχίες ότι η απότομη αύξηση του κόστους θα οδηγήσει αναπόφευκτα πολλές εταιρείες σε μείωση των προσφερόμενων θέσεων εργασίας.
Αυτή η εξέλιξη αφορά ιδιαίτερα τον γυναικείο πληθυσμό της χώρας. Όπως καταδεικνύουν τα στατιστικά δεδομένα, οι γυναίκες κατέχουν τη μερίδα του λέοντος σε αυτού του είδους τις συμβάσεις, βασιζόμενες στην ευελιξία ωραρίου για να συνδυάσουν τις οικογενειακές με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις.
Αύξηση ορίου εισοδήματος και μελλοντικά σενάρια
Παράλληλα με τα φορολογικά μέτρα, έρχονται αλλαγές και στα όρια αποδοχών. Από την 1η Ιανουαρίου 2027, το ανώτατο μηνιαίο όριο θα αυξηθεί από τα 603 στα 633 ευρώ. Η συγκεκριμένη αναπροσαρμογή λειτουργεί σε άμεση συνάρτηση με την προγραμματισμένη αύξηση του νομοθετημένου κατώτατου μισθού, ο οποίος θα διαμορφωθεί στα 14,60 ευρώ ανά ώρα. Οι εργαζόμενοι θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, καθώς η συστηματική υπέρβαση αυτού του ορίου οδηγεί σε άμεση απώλεια του ευνοϊκού καθεστώτος και σε υπαγωγή στην πλήρη κοινωνική ασφάλιση.
Την ίδια στιγμή, το μακροπρόθεσμο μέλλον αυτών των συμβάσεων παραμένει αβέβαιο. Οι αρμόδιες επιτροπές για το συνταξιοδοτικό εξετάζουν το ενδεχόμενο ριζικής μεταρρύθμισης ή ακόμη και πλήρους κατάργησης του ειδικού καθεστώτος. Κύριος στόχος αυτών των συζητήσεων είναι η καταπολέμηση της φτώχειας κατά την τρίτη ηλικία, καθώς η εργασία υπό το παρόν καθεστώς δεν δημιουργεί επαρκή συνταξιοδοτικά δικαιώματα για τους πολίτες.