Γερμανία – Σε μια σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία που αναδιαμορφώνει το οικονομικό πλαίσιο των αερομεταφορών προχώρησε η πολιτική ηγεσία της χώρας, επιχειρώντας να εξισορροπήσει τις έντονες πιέσεις της αγοράς με τις δημοσιονομικές αντοχές.
Τα μέλη του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου (Bundestag) υπερψήφισαν τη μείωση του αεροπορικού φόρου (Luftverkehrsabgabe), ενός μέτρου που επηρεάζει άμεσα το κόστος των μετακινήσεων εντός και εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων. Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως απάντηση στη δυσαρέσκεια των αεροπορικών εταιρειών χαμηλού κόστους, οι οποίες είχαν απειλήσει με δραστική περικοπή των δρομολογίων τους, ωστόσο η τελική επίδραση της απόφασης στους καταναλωτές παραμένει αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης από τους ειδικούς του κλάδου.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο ψήφισε τη μείωση του αεροπορικού τέλους, το οποίο για τις πτήσεις εντός Ευρώπης υποχωρεί στα 13,03 ευρώ από 15,53 ευρώ.
- Για τις μακρινές πτήσεις άνω των 6.000 χιλιομέτρων, ο φόρος ανά επιβάτη μειώνεται στα 59,43 ευρώ, προκαλώντας ετήσιο κόστος 350 εκατομμυρίων ευρώ στα δημόσια ταμεία.
- Η ενεργειακή κρίση και οι αυξημένες τιμές της κηροζίνης εκτιμάται ότι θα απορροφήσουν το όφελος, εμποδίζοντας τη μείωση των τιμών στα εισιτήρια.
Η συγκεκριμένη φορολογική ελάφρυνση, η οποία εκκρεμεί προς έγκριση από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) που εκπροσωπεί τα 16 ομόσπονδα κρατίδια, αναμένεται να στερήσει σημαντικά έσοδα από τον κρατικό προϋπολογισμό. Το ιστορικό του συγκεκριμένου τέλους ξεκινά από το 2011, όταν εισήχθη για πρώτη φορά από τον κυβερνητικό συνασπισμό των κομμάτων CDU και FDP, ενώ ακολούθησε μια σημαντική αύξηση τον Μάιο του 2024 από την τότε κυβέρνηση των SPD, Πρασίνων και FDP. Εκείνη η αναπροσαρμογή είχε ανεβάσει την επιβάρυνση για πτήσεις εσωτερικού και εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης από τα 12,73 ευρώ στα 15,53 ευρώ, ενώ για τους μακρινούς προορισμούς το ποσό είχε εκτιναχθεί από τα 58,06 ευρώ στα 70,83 ευρώ. Η τρέχουσα υποχώρηση των τιμών δείχνει μια σαφή στροφή στην οικονομική πολιτική, χωρίς όμως να εγγυάται την ανακούφιση των επιβατών.
Οι αντιδράσεις των αερομεταφορέων και η ευρωπαϊκή πραγματικότητα των τελών
Η απόφαση για τη μείωση της φορολογίας ελήφθη υπό το βάρος σφοδρών επικρίσεων από την πλευρά των αεροπορικών επιχειρήσεων, με την εταιρεία Ryanair να πρωτοστατεί στις αντιδράσεις ήδη από την εποχή της αύξησης του 2024. Οι προειδοποιήσεις των αερομεταφορέων για περιορισμό της παρουσίας τους στους γερμανικούς αερολιμένες λειτούργησαν ως καταλύτης για τους βουλευτές, οι οποίοι έπρεπε να λάβουν υπόψη και το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον. Παρόμοιοι αεροπορικοί φόροι εφαρμόζονται επίσης στη Γαλλία, τη Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιταλία, αποδεικνύοντας ότι η πρακτική αυτή είναι διαδεδομένη στη γηραιά ήπειρο.
Στον αντίποδα των γενικότερων τάσεων, η Σουηδία επέλεξε να καταργήσει πλήρως τον δικό της αντίστοιχο φόρο το 2025, αναζητώντας τρόπους ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητάς της. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση του Βελγίου σχεδιάζει μια εντελώς αντίθετη πορεία, καθώς προγραμματίζει τον υπερδιπλασιασμό του τέλους από τα 5 ευρώ στα 11 ευρώ μέχρι το 2029. Αυτή η αποσπασματική προσέγγιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο δημιουργεί ένα περίπλοκο σκηνικό για τις εταιρείες, οι οποίες αναπροσαρμόζουν συνεχώς τη στρατηγική τους ανάλογα με τις τοπικές επιβαρύνσεις, μετακυλίοντας συχνά το κόστος στους πελάτες τους.
Γιατί οι επιβάτες δεν θα δουν φθηνότερα εισιτήρια το φετινό καλοκαίρι
Παρά την υποχώρηση των φορολογικών συντελεστών, οι ελπίδες των ταξιδιωτών για φθηνότερες μετακινήσεις κατά τη θερινή περίοδο του 2026 εμφανίζονται εξαιρετικά περιορισμένες, καθώς οι αεροπορικές εταιρείες δεν έχουν καμία νομική υποχρέωση να μεταφέρουν την έκπτωση στους τελικούς ναύλους. Η πρακτική του παρελθόντος έδειξε ότι οι αυξήσεις ενσωματώθηκαν αμέσως στην τιμή του εισιτηρίου, όμως η αντίστροφη πορεία σπάνια εφαρμόζεται προς όφελος του καταναλωτή. Η κατάσταση αυτή επιβαρύνεται σημαντικά από τις διεθνείς εξελίξεις, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τα λειτουργικά έξοδα των αεροπλάνων.
Η συνεχιζόμενη ενεργειακή κρίση, η οποία πυροδοτήθηκε από τις στρατιωτικές συγκρούσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν, αποτελεί τον βασικότερο λόγο για τον οποίο η μείωση του φόρου θα περάσει απαρατήρητη από το κοινό. Η άνοδος της τιμής της κηροζίνης αναμένεται να απορροφήσει πλήρως τα οικονομικά οφέλη της νέας νομοθεσίας, αναγκάζοντας τις εταιρείες να διατηρήσουν υψηλά τις τιμές. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο εθνικός σιδηρόδρομος Deutsche Bahn επιχειρεί να προσελκύσει τους επιβάτες των τρένων μεγάλων αποστάσεων, ανακοινώνοντας ειδικές προσφορές, όπως το οικογενειακό εισιτήριο των 99 ευρώ, εκπτώσεις στα δρομολόγια ICE και IC, καθώς και πάγωμα των τιμών των εισιτηρίων μέχρι το 2027. Η μάχη για την προτίμηση των ταξιδιωτών μεταφέρεται πλέον στις ράγες.