Ένα κοινό ερώτημα πλανάται πάνω από τα σύγχρονα νοικοκυριά: γιατί οι συσκευές των γονιών μας λειτουργούν ακόμη μετά από δεκαετίες, ενώ οι σύγχρονες αγορές μας καταλήγουν στην ανακύκλωση μέσα σε λίγα χρόνια;
Τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος είναι αποκαλυπτικά, καθώς ο μέσος χρόνος ζωής μιας ασύρματης ηλεκτρικής σκούπας δεν ξεπερνά πλέον τα πέντε έτη, ενώ οι μικροσυσκευές δύσκολα επιβιώνουν πέραν της εννιαετίας.
Την ίδια ώρα, τα Ηνωμένα Έθνη κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την «κουλτούρα της απόρριψης», εκτιμώντας ότι τα ηλεκτρονικά απόβλητα θα εκτιναχθούν στους 82 εκατομμύρια τόνους έως το 2030, σημειώνοντας ραγδαία αύξηση από τα 62 εκατομμύρια τόνους του 2022.
Ο ρόλος του ανταγωνισμού και η «παγίδα» της πολυπλοκότητας
Σύμφωνα με ειδικούς του δικτύου Repair Café International, η πτώση της ποιότητας είναι καθολική και η υψηλή τιμή δεν αποτελεί πλέον εγγύηση μακροβιότητας.
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στον σκληρό ανταγωνισμό που έφερε το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Οι κατασκευαστές, στην προσπάθειά τους να μειώσουν τις τιμές και να ικανοποιήσουν τους μετόχους, προχωρούν σε εκπτώσεις στην ποιότητα των υλικών.
Παράλληλα, παρατηρείται μια τάση υπερφόρτωσης των συσκευών με περιττά τεχνολογικά χαρακτηριστικά («γκατζετάκια»).
Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ο ηλεκτρονικός έλεγχος αναρρόφησης στις σκούπες, μια λειτουργία που ελάχιστα προσφέρει ουσιαστικά, αλλά αποτελεί συχνή αιτία βλάβης.
Η προσθήκη τέτοιων πολύπλοκων εξαρτημάτων καθιστά τις συσκευές πιο ευάλωτες και, κυρίως, πιο δύσκολες στην επισκευή, καθώς η πρόσβαση στο εσωτερικό τους απαιτεί πλέον εξειδικευμένα εργαλεία και γνώσεις.
Ο παράγων «Κίνα» και η μεταφορά παραγωγής
Η κοινή πεποίθηση ότι για την πτώση της ποιότητας ευθύνεται αποκλειστικά η κατασκευή στην Κίνα αποτελεί, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, μια παρανόηση.
Η κινεζική βιομηχανία παράγει βάσει των προδιαγραφών που της ζητούνται: υψηλή ποιότητα αν το απαιτεί ο πελάτης, χαμηλή αν ο στόχος είναι το φθηνό κόστος.
Ωστόσο, η μεταφορά της παραγωγής σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος δημιουργεί ένα οικονομικό παράδοξο: η επισκευή μιας συσκευής στη Δύση κοστίζει συχνά περισσότερο από την αντικατάστασή της με μια καινούργια, οδηγώντας τα προϊόντα στον κάδο αντί για τον πάγκο του τεχνικού.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της εταιρείας Dr. Martens, η οποία αντιμετώπισε παράπονα για την ανθεκτικότητα των υποδημάτων της μετά τη μεταφορά του μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής της στην Ασία.
Προγραμματισμένη απαξίωση: Μύθος ή πραγματικότητα;
Η θεωρία της «προγραμματισμένης απαξίωσης» επανέρχεται συχνά στο προσκήνιο, με ιστορικό προηγούμενο τη δεκαετία του 1920, όταν κατασκευαστές λαμπτήρων φέρονται να συνεργάστηκαν για να μειώσουν τεχνητά τη διάρκεια ζωής των προϊόντων τους κατά 50%, ώστε να τονώσουν τις πωλήσεις.
Ωστόσο, η ερευνήτρια Καμίλα Κράιχ από το Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Μηχανικής της Ζυρίχης, θέτει μια διαφορετική παράμετρο, υποστηρίζοντας πως δεν πρόκειται απαραίτητα για συνωμοσία.
Μελετώντας δεδομένα από τη Νορβηγία, διαπίστωσε ότι ενώ η διάρκεια ζωής ψυγείων και πλυντηρίων πιάτων έμεινε σταθερή, στα πλυντήρια ρούχων κατέρρευσε από τα 19,2 χρόνια στα 10,6.
Η αιτία, σύμφωνα με την έρευνα, είναι κοινωνική: η άνοδος του βιοτικού επιπέδου οδήγησε σε δραματική αύξηση της χρήσης.
Το 1960 μια οικογένεια έβαζε δύο πλυντήρια την εβδομάδα, ενώ το 2000 ο αριθμός ανέβηκε στα οκτώ. Η συχνότερη χρήση επιταχύνει τη φθορά.
Το τέλος της εποχής της «μπαλωμένης κάλτσας»
Το τοπίο αλλάζει σταδιακά με νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως ο «Δείκτης Επισκευής» που εφαρμόζει η Γαλλία από το 2021, βαθμολογώντας τις συσκευές βάσει της ευκολίας επιδιόρθωσής τους.
Ωστόσο, το βαθύτερο αίτιο της «κουλτούρας της απόρριψης» είναι οικονομικό και πολιτισμικό.
Σε σύγκριση με τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, τα προϊόντα είναι σήμερα φθηνότερα σε σχέση με το εισόδημα, καθιστώντας την αντικατάσταση ευκολότερη από τη διατήρηση, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής όπου η επιδιόρθωση ήταν μονόδρομος.
