Στο επίκεντρο σφοδρής πολιτικής αντιπαράθεσης βρέθηκε το ζήτημα των αγροτικών κινητοποιήσεων, με την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση να διασταυρώνουν τα ξίφη τους τόσο για το κόστος παραγωγής όσο και για τις επιπτώσεις της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ – Mercosur.
Η συζήτηση ανέδειξε το χάσμα που χωρίζει τις δύο πλευρές, με το κυβερνητικό στρατόπεδο να προτάσσει την ανάγκη για ανταγωνιστικότητα και φθηνά προϊόντα, και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να κάνουν λόγο για μέτρα «ομίχλης» και απόγνωση του αγροτικού κόσμου.
Η υπεράσπιση της Mercosur και το τέλος του προστατευτισμού
Τη στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης να στηρίξει τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες της Mercosur ανέλυσε ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Δημήτρης Καιρίδης, στο πλαίσιο δημόσιας συζήτησης.
Σύμφωνα με τον κ. Καιρίδη, η συμφωνία, η οποία αποτελούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης για 25 χρόνια, έρχεται σε μια κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία, επηρεασμένη και από τον παράγοντα «Τραμπ», ώστε η Ευρώπη να δηλώσει παρούσα στο διεθνές εμπόριο.
Βασικό επιχείρημα της κυβερνητικής πλευράς αποτελεί η προστασία του καταναλωτή και η διασφάλιση προσιτών τιμών.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, η συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών ζητά φθηνότερα και ποιοτικά προϊόντα στα ράφια των σούπερ μάρκετ, με την ΕΕ να παραμένει αυστηρή σε θέματα ποιοτικών προδιαγραφών.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι η συμφωνία θα ευνοήσει τα ελληνικά προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ).
Σε μια αναφορά που σηματοδοτεί αλλαγή φιλοσοφίας, ο κ. Καιρίδης υπογράμμισε πως ο αγροτικός τομέας δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στον προστατευτισμό και τις επιδοτήσεις, αλλά οφείλει να μετεξελιχθεί σε ανταγωνιστικό κλάδο, με την αρωγή της πολιτείας.
Το «μέτωπο» του αγροτικού ρεύματος
Αναφορικά με το κόστος ενέργειας, η κυβέρνηση υπεραμύνθηκε της τιμής των 8,5 σεντς ανά κιλοβατώρα, χαρακτηρίζοντάς την ως δείγμα φροντίδας προς τον αγροτικό κόσμο.
Επισημάνθηκε μάλιστα ότι η συγκεκριμένη τιμή δεν υφίσταται για κανέναν άλλο κλάδο στην Ελλάδα, γεγονός που προκαλεί ερωτήματα σε εκπροσώπους άλλων παραγωγικών τομέων.
Τονίστηκε δε, πως περαιτέρω μείωση δεν είναι εφικτή, καθώς θα προσέκρουε στους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σχετικά με την κρίση στην κτηνοτροφία λόγω της ευλογιάς, διευκρινίστηκε ότι η διαδικασία ανασύστασης του ζωικού κεφαλαίου θα εκκινήσει μόλις αντιμετωπιστεί πλήρως η υγειονομική απειλή.
Βολές για ασάφεια και «κοινωνικό αυτοματισμό»
Σκληρή ήταν η απάντηση από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ, με τη βουλευτή Ευαγγελία Λιακούλη να κατηγορεί την κυβέρνηση για έλλειψη ξεκάθαρου σχεδίου.
Η κ. Λιακούλη έκανε λόγο για «ομίχλη» γύρω από τις εξαγγελίες, σημειώνοντας ότι συγκεκριμένες κατηγορίες όπως οι κτηνοτρόφοι, οι μελισσοκόμοι και οι αλιείς έχουν μείνει εκτός του πλαισίου διαλόγου.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην πίεση που ασκεί η συμφωνία Mercosur, η οποία περιγράφηκε ως ένα επιπλέον βάρος για τους ήδη πιεσμένους παραγωγούς.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ, με τον βουλευτή Κώστα Μπάρκα να καταλογίζει στην κυβέρνηση πρακτικές διάσπασης του αγροτικού κινήματος και ενεργοποίησης του κοινωνικού αυτοματισμού.
Ο κ. Μπάρκας αμφισβήτησε την ειλικρίνεια της πρόσκλησης για διάλογο, φέρνοντας στο προσκήνιο την τραγική περίπτωση κτηνοτρόφου που οδηγήθηκε στην αυτοχειρία μετά την απώλεια του κοπαδιού του, γεγονός που αποτυπώνει το μέγεθος του αδιεξόδου στον κλάδο.
