Ελλάδα – Αποζημίωση 111 εκατ. ευρώ υπέρ της Ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης, παραγωγού της μπίρας Βεργίνα, επιδίκασε στις 21 Οκτωβρίου 2026 το Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ για καταχρηστικές πρακτικές στην ελληνική αγορά μπίρας.
Η απόφαση αφορά την Heineken και την ελληνική θυγατρική της, Αθηναϊκή Ζυθοποιία, ενώ η ολλανδική εταιρεία έχει προαναγγείλει έφεση, αμφισβητώντας τον υπολογισμό της ζημίας.
- Από τα 111 εκατ. ευρώ, περίπου 43 εκατ. αποτελούν τη βασική αποζημίωση και 68 εκατ. τους τόκους.
- Η υπόθεση αφορά πρακτικές στην ελληνική αγορά μπίρας κατά την περίοδο 1998-2014.
- Η Heineken αμφισβητεί τις οικονομικές παραδοχές της απόφασης και προαναγγέλλει έφεση.
Η απόφαση του Άμστερνταμ και η αντίδραση της Heineken
Το ολλανδικό δικαστήριο έκρινε, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης, ότι η μητρική Heineken και η Αθηναϊκή Ζυθοποιία φέρουν από κοινού ευθύνη για την αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας που προκλήθηκε στην ελληνική επιχείρηση. Πρόκειται για δικαστική εξέλιξη σε μια διεκδίκηση που ξεκίνησε το 2017 και στηρίζεται σε προγενέστερα ευρήματα της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού.
Η εξέλιξη δεν σημαίνει, πάντως, ότι η αντιδικία έχει ολοκληρωθεί. Η Heineken γνωστοποίησε, σύμφωνα με το Reuters, την πρόθεσή της να προσβάλει την απόφαση, επικεντρώνοντας τη διαφωνία της στις εκτιμήσεις για τις πωλήσεις, το επίπεδο των τιμών και την κερδοφορία που θα μπορούσε να είχε επιτύχει η ελληνική ζυθοποιία χωρίς τις επίμαχες πρακτικές.
Κατά την ολλανδική εταιρεία, οι παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν για τον οικονομικό υπολογισμό δεν αποτυπώνουν επαρκώς τα διαθέσιμα στοιχεία ούτε τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά την εξεταζόμενη περίοδο. Η προαναγγελθείσα έφεση αφορά επομένως ένα κρίσιμο σκέλος της υπόθεσης: το ύψος της αποζημίωσης που αναγνωρίστηκε δικαστικά.
Πώς διαμορφώθηκε το ποσό των 111 εκατ. ευρώ
Η βασική οικονομική ζημία είχε προσδιοριστεί από το Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ ήδη τον Φεβρουάριο του 2026, στο πλαίσιο ενδιάμεσης κρίσης, σε περίπου 43,34 εκατ. ευρώ προ τόκων. Η απόφαση της 21ης Οκτωβρίου ανεβάζει το συνολικό επιδικασθέν ποσό στα 111 εκατ. ευρώ, καθώς προστίθενται οι τόκοι που έχουν συσσωρευτεί στο πέρασμα των ετών.
Η κατανομή που μεταδόθηκε από το Reuters αναφέρει περίπου 43 εκατ. ευρώ ως αποζημίωση και άλλα 68 εκατ. ευρώ ως τόκους. Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού ποσού δεν αντιστοιχεί σε νέα αποτίμηση της αρχικής επιχειρηματικής ζημίας, αλλά στη χρηματική επιβάρυνση που έχει προκύψει λόγω της χρονικής διάρκειας της υπόθεσης.
Για τον καθορισμό της ζημίας, το δικαστήριο υιοθέτησε, σύμφωνα με τη Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης, το οικονομικό μοντέλο της συμβουλευτικής εταιρείας Oxera, το οποίο είχε εκπονηθεί για λογαριασμό της. Αντίθετα, δεν έκανε δεκτό σε μεγάλο βαθμό το σκεπτικό που ανέπτυξαν η Heineken και ο οικονομικός της σύμβουλος, CRA.
Στον υπολογισμό συνεκτιμήθηκαν η φύση, η διάρκεια και η έκταση των πρακτικών περιορισμού του ανταγωνισμού, όπως είχαν αποτυπωθεί στην έρευνα της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού. Η σύγκρουση των οικονομικών προσεγγίσεων εξηγεί γιατί η αμφισβήτηση του ποσού παραμένει στο επίκεντρο της δικαστικής αντιπαράθεσης.
Οι πρακτικές που είχε διαπιστώσει η Επιτροπή Ανταγωνισμού
Η βάση της διεκδίκησης βρίσκεται στην απόφαση 590/2014 της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία διαπιστώθηκε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης από την Αθηναϊκή Ζυθοποιία στην ελληνική αγορά μπίρας. Για την παράβαση επιβλήθηκε στην εταιρεία πρόστιμο 31,45 εκατ. ευρώ, το οποίο είναι διαφορετικό από την αποζημίωση που διεκδίκησε στη συνέχεια η ανταγωνίστριά της.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της ανεξάρτητης αρχής, η εμπορική πολιτική που εφαρμόστηκε επί σειρά ετών περιόριζε τη δυνατότητα ανταγωνιστικών ζυθοποιιών να διαθέτουν τα προϊόντα τους. Κεντρικό ρόλο είχαν οι συμφωνίες και τα κίνητρα αποκλειστικότητας, τόσο στο δίκτυο χονδρικής διανομής όσο και στα σημεία λιανικής διάθεσης.
Στην εστίαση και σε άλλα σημεία πώλησης είχαν εντοπιστεί όροι που απέκλειαν την παρουσία ανταγωνιστικών προϊόντων, καθώς και οικονομικά κίνητρα που συνδέονταν με την αποκλειστική συνεργασία. Στη χονδρική, προνομιακοί εμπορικοί όροι προσφέρονταν με αντάλλαγμα τον περιορισμό των προμηθειών από άλλους παραγωγούς μπίρας.
Η χρονική περίοδος που εξετάζεται στη συγκεκριμένη διεκδίκηση εκτείνεται από το 1998 έως το 2014. Οι διαπιστώσεις της Επιτροπής αποτέλεσαν τη βάση για την επόμενη δικαστική διαδικασία, στην οποία το ζήτημα δεν ήταν μόνο η ύπαρξη των παραβάσεων, αλλά και η αποτίμηση της συγκεκριμένης ζημίας που υποστήριξε ότι υπέστη η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης.
Η πορεία της Βεργίνα από την Κομοτηνή έως την αγωγή του 2017
Η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης ιδρύθηκε το 1996 στην Κομοτηνή και άρχισε την εμπορική της δραστηριότητα στην αγορά μπίρας το 1998, με τη Βεργίνα. Η επιχείρηση υποστήριξε ότι οι περιορισμοί που είχαν επιβληθεί στην πρόσβαση σε δίκτυα διανομής και σημεία κατανάλωσης εμπόδισαν την ανάπτυξή της και περιόρισαν τα οικονομικά αποτελέσματα που θα μπορούσε να επιτύχει.
Με αυτή τη βάση προσέφυγε το 2017 στα δικαστήρια της Ολλανδίας, στρεφόμενη τόσο κατά της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας όσο και κατά της μητρικής Heineken. Η επιλογή να διεκδικηθεί αποζημίωση και από τη μητρική εταιρεία έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της ευθύνης ομίλου επιχειρήσεων για παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού που αποδίδονται σε θυγατρική.
Η συγκεκριμένη διαφορά αφορούσε, συνεπώς, δύο διακριτά ζητήματα: τη σύνδεση των διαπιστωμένων πρακτικών με την οικονομική ζημία της ελληνικής ζυθοποιίας και το κατά πόσον η μητρική εταιρεία μπορούσε να θεωρηθεί συνυπεύθυνη για την αποκατάσταση αυτής της ζημίας. Και τα δύο αποτέλεσαν αντικείμενο της πολυετούς διαδικασίας.
Η ευθύνη της μητρικής και η αρμοδιότητα των ολλανδικών δικαστηρίων
Με ενδιάμεση απόφαση τον Οκτώβριο του 2024, το Πρωτοδικείο του Άμστερνταμ έκρινε ότι η Heineken και η Αθηναϊκή Ζυθοποιία συνιστούσαν ενιαία οικονομική οντότητα για τους σκοπούς της υπόθεσης. Η κρίση αυτή θεμελίωσε την από κοινού ευθύνη των δύο εταιρειών για την αποκατάσταση της ζημίας που συνδέεται με τις παραβάσεις του δικαίου ανταγωνισμού.
Ιδιαίτερη διαμάχη προκλήθηκε και γύρω από το εάν τα ολλανδικά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία να εξετάσουν την αγωγή για συμπεριφορά που αφορούσε την ελληνική αγορά. Το ζήτημα έφθασε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εξέδωσε σχετική απόφαση στις 13 Φεβρουαρίου 2025.
Η δικαστική πορεία συνεχίστηκε στην Ολλανδία, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε στις 29 Μαΐου 2026 την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας. Η εξέλιξη αυτή επέτρεψε να διατηρηθεί η εξέταση της συγκεκριμένης αξίωσης στην ολλανδική δικαιοσύνη, πριν από την οριστικοποίηση του επιδικασθέντος ποσού σε πρώτο βαθμό.
Πέρα από την εμπορική αντιδικία, οι κρίσεις για τη μητρική και τη θυγατρική αναδεικνύουν τη σημασία της έννοιας της ενιαίας οικονομικής οντότητας στο ευρωπαϊκό δίκαιο ανταγωνισμού. Το ζήτημα αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια επιχείρηση διεκδικεί αποζημίωση από εταιρεία που έχει έδρα σε άλλο κράτος-μέλος για πρακτικές θυγατρικής της.
Η τοποθέτηση της ελληνικής ζυθοποιίας και η ξεχωριστή έρευνα
Ο Δημήτρης Κρις, διευθυντής Εταιρικής Ανάπτυξης της Ζυθοποιίας Μακεδονίας Θράκης, χαρακτήρισε τη δικαστική απόφαση «πολύ σημαντικό βήμα προς την αποκατάσταση αυτής της ζημίας», συνδέοντάς την με έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της επιχείρησης.
Η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης αναφέρει ακόμη ότι η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού εξετάζει εκ νέου καταγγελίες για καταχρηστικές πρακτικές στην αγορά μπίρας, οι οποίες αφορούν περίοδο μεταγενέστερη της αρχικής υπόθεσης. Πρόκειται για ξεχωριστή έρευνα, χωρίς αυτόματη σύνδεση με την αποζημίωση των 111 εκατ. ευρώ και χωρίς η ύπαρξή της να ισοδυναμεί με διαπίστωση νέων παραβάσεων.
Για την υπόθεση που κρίθηκε στο Άμστερνταμ, το επόμενο ουσιώδες βήμα είναι η έφεση που προανήγγειλε η Heineken. Μέχρι να εξεταστεί η αμφισβήτηση, τα 111 εκατ. ευρώ παραμένουν το ποσό που έχει επιδικαστεί από το Πρωτοδικείο, όχι αποτέλεσμα οριστικής ολοκλήρωσης της δικαστικής διαμάχης.