Σημαντικές αρχαιολογικές αποκαλύψεις ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια σωστικών ανασκαφών στις όχθες του ρέματος της Ραφήνας, προσφέροντας νέα δεδομένα για την ανθρώπινη δραστηριότητα και τις ταφικές πρακτικές στην Αττική κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3200–2000 π.Χ.).
Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής, στο πλαίσιο έργων διευθέτησης του ρέματος, εντόπισε μια μοναδική ταφή σε πίθο, καθώς και ενδείξεις τελετουργικών πρακτικών που χρονολογούνται χιλιάδες χρόνια πίσω.
Ο μνημειώδης πίθος και τα ανθρώπινα οστά
Στη νότια όχθη του ρέματος αποκαλύφθηκε ένας πίθος ύψους 1,74 μ., τοποθετημένος σε λάκκο διανοιγμένο στο αργιλόχωμα. Το αγγείο φέρει χαρακτηριστική σχοινοειδή ανάγλυφη διακόσμηση και οριζόντιες λαβές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σφράγιση του στομίου του, η οποία είχε γίνει με ισχυρό τοίχο από ποταμίσιες κροκάλες, ενώ είχε διαμορφωθεί μια «ψευδόθυρα» με παραστάδες και κατώφλι, υποδηλώνοντας ιδιαίτερη φροντίδα για την κατασκευή του μνημείου.
Στο εσωτερικό του πίθου, πάνω σε στρώμα άμμου, εντοπίστηκαν οστά από δύο ανθρώπους, τα οποία ήταν καλυμμένα από μεγάλους λίθους.
Ανάμεσα στα κτερίσματα που συνόδευαν τους νεκρούς βρέθηκαν:
- Χάλκινη λαβίδα,
- Αιχμές οψιανού,
- Πλακοειδής λίθος (τράπεζα),
- Κεραμικά αγγεία.
Τελετουργικές θυσίες και διαχρονική ιερότητα
Σε μικρή απόσταση από την ταφή, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν έναν μεγάλο κυκλικό λάκκο με ίχνη καύσης, ο οποίος φαίνεται πως είχε μακρόχρονη χρήση.
Στα βαθύτερα στρώματα αποκαλύφθηκε σκελετός ιπποειδούς και οστά μικρότερων ζώων πάνω σε παχύ στρώμα καύσης, εύρημα που παραπέμπει σε τελετουργικές πρακτικές με θυσίες ζώων.
Στα ανώτερα στρώματα του ίδιου λάκκου βρέθηκαν βουκράνιο, κεραμική και χάλκινα νομίσματα των ιστορικών χρόνων, γεγονός που υποδηλώνει τη διαχρονική ιερότητα του συγκεκριμένου χώρου και τη συνεχή χρήση του για θρησκευτικούς ή λατρευτικούς σκοπούς ανά τους αιώνες.
Νέα δεδομένα για την προϊστορική Αττική
Η απομονωμένη αυτή ταφή στη Ραφήνα διαφοροποιείται από τα γνωστά οργανωμένα νεκροταφεία της ίδιας περιόδου σε περιοχές όπως το Μάτι, ο Μαραθώνας και η Γλυφάδα.
Τα ευρήματα αναμένεται να ρίξουν φως στις κοινωνικές δομές και τις μεταθανάτιες αντιλήψεις των κοινοτήτων της 3ης χιλιετίας π.Χ., αναδεικνύοντας παράλληλα κυκλαδικές και ανατολικές επιρροές στην περιοχή.
Η ολοκλήρωση της ζωοαρχαιολογικής μελέτης και των φυσικοχημικών αναλύσεων θα επιτρέψει στους επιστήμονες να ανασυνθέσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια το θρησκευτικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, 75 χρόνια μετά τις πρώτες μεγάλες ανακαλύψεις του Δημητρίου Θεοχάρη στην περιοχή.
