Ένα φαινόμενο που λαμβάνει διαστάσεις «σιωπηλής επιδημίας» απασχολεί ολοένα και περισσότερο τον σύγχρονο άνθρωπο: η αίσθηση βαθιάς εξάντλησης που δεν συμβαδίζει απαραίτητα με τον όγκο της σωματικής ή πνευματικής εργασίας που έχει προηγηθεί.
Πολλοί πολίτες αναφέρουν ότι, παρόλο που η καθημερινότητά τους δεν είναι βαρύτερη από το παρελθόν, το αίσθημα της κόπωσης είναι πιο έντονο, πιο διάχυτο και εξαιρετικά επίμονο.
Η απάντηση φαίνεται να κρύβεται όχι στο «πόσο» δουλεύουμε, αλλά στον τρόπο που διαχειριζόμαστε τα κενά ανάμεσα στις δραστηριότητες.
Η παγίδα της «συνεχούς εγρήγορσης»
Η δομική αλλαγή στον τρόπο ζωής εντοπίζεται στην απουσία πραγματικών παύσεων.
Ενώ η ημέρα δεν έχει φορτωθεί απαραίτητα με περισσότερες ουσιαστικές δραστηριότητες, έχει εκλείψει ο διαχωρισμός μεταξύ δράσης και αδράνειας.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει περάσει σε ένα καθεστώς μόνιμης ετοιμότητας (alertness).
Η ροή μικρο-αποφάσεων, ειδοποιήσεων και πληροφοριών είναι αδιάκοπη, αναγκάζοντας το νευρικό σύστημα να παραμένει ενεργό ακόμα και όταν το σώμα φαινομενικά ξεκουράζεται.
Δεν υπάρχει πλέον η έννοια του «δεν κάνω τίποτα», καθώς ο χρόνος αυτός καλύπτεται από την ενασχόληση με οθόνες και ψηφιακά ερεθίσματα, διατηρώντας το μυαλό «κλειδωμένο» σε λειτουργία επεξεργασίας.
Το κόστος της διάσπασης προσοχής
Βασικός παράγοντας της σύγχρονης κόπωσης είναι η συνεχής εναλλαγή εστίασης.
Η μετάβαση από την εργασία στο μήνυμα, από το μήνυμα στην είδηση και ξανά πίσω, δημιουργεί ένα κατακερματισμένο νοητικό πεδίο.
Αυτή η διαδικασία δεν επιτρέπει στον εγκέφαλο να βυθιστεί σε μια ενιαία δραστηριότητα, προκαλώντας μια εσωτερική ένταση που σωρεύεται κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Η κούραση, λοιπόν, δεν προκύπτει από τη δυσκολία της εργασίας, αλλά από την ενέργεια που καταναλώνεται για τη διαρκή προσαρμογή της προσοχής σε νέα δεδομένα.
Γιατί η ξεκούραση δεν αποδίδει
Το παράδοξο της εποχής είναι ότι ακόμα και μετά από ένα Σαββατοκύριακο ή ελεύθερο χρόνο, το αίσθημα αναζωογόνησης απουσιάζει.
Η αιτία εντοπίζεται στην ποιότητα της ξεκούρασης, η οποία έχει μετατραπεί σε μια άλλη μορφή κατανάλωσης πληροφορίας.
Όταν ο ελεύθερος χρόνος γεμίζει με ψηφιακά ερεθίσματα, ο εγκέφαλος συνεχίζει να επεξεργάζεται δεδομένα, απλώς αλλάζει το περιεχόμενο.
Πραγματική ξεκούραση υφίσταται μόνο όταν σταματά η επεξεργασία πληροφοριών, κάτι που σπανίζει στη σύγχρονη ρουτίνα. Παράλληλα, κυριαρχεί η αίσθηση της «μόνιμης εκκρεμότητας».
Ακόμα και όταν οι υποχρεώσεις έχουν ολοκληρωθεί, η ψευδαίσθηση ότι κάτι περιμένει –ένα αναπάντητο email, μια ειδοποίηση– δημιουργεί ένα ψυχικό βάρος που δεν επιτρέπει την πλήρη αποφόρτιση.
Η κατανόηση ότι αυτή η εξάντληση δεν αποτελεί προσωπική αδυναμία αλλά απόρροια ενός περιβάλλοντος που απαιτεί διαρκή προσοχή, είναι το πρώτο βήμα για την αντιμετώπισή της.
Η λύση δεν βρίσκεται απλώς στη μείωση των δραστηριοτήτων, αλλά στη δημιουργία στιγμών απόλυτης παύσης, μακριά από ψηφιακούς θορύβους.
