Αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία βρίσκεται μια από τις παλαιότερες και πλέον εδραιωμένες επιχειρήσεις στον κλάδο της ψυχαγωγίας και των τυχερών παιγνίων στο κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας, προκαλώντας έντονη ανησυχία στην τοπική αγορά εργασίας και την οικονομία.
Η γνωστή εταιρεία διαχείρισης αιθουσών ηλεκτρονικών παιχνιδιών Playland Casino GmbH, η οποία δραστηριοποιείται στην ευρύτερη περιοχή με μεγάλη επιτυχία για σχεδόν μισό αιώνα, κατέθεσε επίσημα αίτηση υπαγωγής σε καθεστώς αφερεγγυότητας.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη θέτει σε άμεσο κίνδυνο τις θέσεις εργασίας τουλάχιστον πενήντα υπαλλήλων που απασχολούνται στα εναπομείναντα υποκαταστήματα της οικογενειακής επιχείρησης, οι οποίοι βλέπουν πλέον το επαγγελματικό τους μέλλον να κρέμεται από μια κλωστή και αναμένουν με αγωνία τις αποφάσεις των εκκαθαριστών.
Η οικονομική κατάρρευση της ιστορικής εταιρείας δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά αναδεικνύει τις βαθιές και μακροχρόνιες επιπτώσεις που άφησαν πίσω τους τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα των προηγούμενων ετών, σε συνδυασμό με τις ραγδαίες αυξήσεις της φορολογίας που επιβλήθηκαν από το κράτος στον κλάδο της ψυχαγωγίας.
Η τοπική κοινωνία παρακολουθεί με προβληματισμό την πτώση ενός επιχειρηματικού πυλώνα που συνέβαλε επί δεκαετίες στην οικονομική δραστηριότητα της περιοχής, ενώ οι ειδικοί της αγοράς κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για πιθανό ντόμινο λουκέτων σε παρόμοιες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν ασφυκτικά προβλήματα ρευστότητας και συσσωρευμένων χρεών.
Το χρονικό της οικονομικής ασφυξίας και ο ρόλος της πανδημίας
Οι αιτίες που οδήγησαν την ιστορική επιχείρηση στο χείλος του γκρεμού αποτελούν ένα σύνθετο μείγμα ατυχών επιχειρηματικών συγκυριών και εξωτερικών οικονομικών παραγόντων, όπως προκύπτει από την ανάλυση των νομικών εκπροσώπων.
Το αρμόδιο δικηγορικό γραφείο BBORS Kreuznacht, το οποίο έχει αναλάβει επίσημα τον ρόλο του διαχειριστή της αφερεγγυότητας, επισημαίνει ότι η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο εξαιτίας της επιθετικής στρατηγικής ανάπτυξης που είχε υιοθετήσει η εταιρεία μέχρι και το έτος δύο χιλιάδες είκοσι ένα.
Η διοίκηση είχε προχωρήσει σε μαζικές εξαγορές νέων καταστημάτων ακριβώς πριν από το ξέσπασμα της υγειονομικής κρίσης, αναλαμβάνοντας τεράστια λειτουργικά κόστη.
Όταν επιβλήθηκαν τα αυστηρά μέτρα αναστολής λειτουργίας και τα παρατεταμένα περιοριστικά μέτρα, τα έσοδα της επιχείρησης εκμηδενίστηκαν ακαριαία, ενώ οι πάγιες οικονομικές υποχρεώσεις για τα νέα υποκαταστήματα συνέχιζαν να τρέχουν ανελέητα. Σε αυτή τη δραματική απώλεια ρευστότητας ήρθε να προστεθεί ένα ακόμη συντριπτικό χτύπημα από την πλευρά του κρατικού μηχανισμού, το οποίο αφορά τη φορολογική πολιτική.
Το ποσοστό του φόρου θεάματος και ψυχαγωγίας αυξήθηκε κατακόρυφα, αγγίζοντας το εικοσιπέντε τοις εκατό επί των συνολικών εισπράξεων των μηχανημάτων, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό περιβάλλον για την κερδοφορία.
Ο συνδυασμός των κλειστών καταστημάτων και της υπερβολικής φορολογικής επιβάρυνσης μετά την επαναλειτουργία τους εξάντλησε τα κεφαλαιακά αποθέματα της επιχείρησης, καθιστώντας αδύνατη την εξυπηρέτηση των συσσωρευμένων χρεών.
Η περίπτωση της συγκεκριμένης εταιρείας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι ανεξάρτητοι επιχειρηματίες του κλάδου, οι οποίοι καλούνται να επιβιώσουν σε μια αγορά που πλήττεται ταυτόχρονα από τις συνέπειες της πανδημίας και τις αυστηρές φορολογικές ρυθμίσεις των τοπικών αρχών της Κάτω Σαξονίας.
Οι εξηγήσεις της διοίκησης και η ιστορική διαδρομή της οικογενειακής επιχείρησης
Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση και τις προοπτικές διάσωσης της εταιρείας, ο διευθύνων σύμβουλος, Jan Hendrik Meiners, τοποθετήθηκε μέσω του γερμανικού τύπου, δίνοντας το στίγμα των επόμενων κινήσεων.
Ο επικεφαλής της εταιρείας εξήγησε ότι η διοίκηση επεξεργάζεται ήδη ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αφερεγγυότητας προκειμένου να εξυγιανθεί ο ισολογισμός, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι η επιχείρηση έχει ήδη αποδεσμευτεί από τέσσερα μη κερδοφόρα υποκαταστήματα που αιμορραγούσαν οικονομικά.
Εξέφρασε την αισιοδοξία του για την επόμενη ημέρα, τονίζοντας ότι, παρά την προσφυγή στο δικαστήριο, η καθημερινή λειτουργία των αιθουσών τυχερών παιγνίων συνεχίζεται κανονικά και χωρίς διακοπές στο άμεσο μέλλον, ευελπιστώντας να ανακτήσει σύντομα την πλήρη οικονομική ανεξαρτησία της εταιρείας.
Επιπρόσθετα, περιέγραψε τις προσωπικές δυσκολίες που αντιμετώπισε, σημειώνοντας πως η ταυτόχρονη επέκταση κατά το παρελθόν, η μετέπειτα υγειονομική κρίση και η εκτόξευση της φορολογίας ξεπέρασαν τα όρια αντοχής οποιουδήποτε ανεξάρτητου επιχειρηματία.
Η σημερινή κρίση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το λαμπρό ξεκίνημα της εταιρείας πριν από πέντε δεκαετίες.
Όπως περιέγραψε ο ίδιος, τα θεμέλια του τοπικού αυτού αυτοκρατορικού δικτύου τέθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα από τους γονείς του.
Ο πατέρας του, εργαζόμενος αρχικά ως εμπορικός αντιπρόσωπος, άρχισε να τοποθετεί τα πρώτα μηχανήματα τυχερών παιγνίων σε διάφορους χώρους εστίασης.
Η τεράστια ανταπόκριση και η υψηλή ζήτηση από το κοινό της εποχής τον οδήγησαν γρήγορα στην απόφαση να αυτονομηθεί επιχειρηματικά, χτίζοντας σταδιακά ένα ευρύ δίκτυο αιθουσών.
Σήμερα, αυτό το ιστορικό οικοδόμημα εξαρτάται από την επιτυχή έκβαση του σχεδίου διάσωσης.
Το γεωγραφικό αποτύπωμα των κλειστών υποκαταστημάτων στην περιοχή
Η γεωγραφική διασπορά των καταστημάτων που πλήττονται από τη διαδικασία της αφερεγγυότητας καταδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος για την τοπική αγορά.
Το δίκτυο των αιθουσών που διατηρούσε η επιχείρηση εκτεινόταν σε στρατηγικά σημεία, περιλαμβάνοντας μάλιστα τη μοναδική αδειοδοτημένη αίθουσα ηλεκτρονικών παιχνιδιών που λειτουργούσε στο δημοφιλές νησί Norderney, στερώντας πλέον από τους επισκέπτες και τους κατοίκους μια βασική επιλογή ψυχαγωγίας.
Εκτός από την έδρα στο Emden και το προαναφερθέν νησί, η αβεβαιότητα πλανάται πάνω από μια σειρά περιφερειακών καταστημάτων σε περιοχές όπως το Lathen, το Friesoythe, το Esterwegen και το Werlte.
Συνολικά, έξι υποκαταστήματα παραμένουν σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση, εγείροντας φόβους για ερημοποίηση των εμπορικών δρόμων σε αυτές τις μικρότερες κοινότητες.
Η διοίκηση, σε μια προσπάθεια να εξορθολογίσει τα οικονομικά της, είχε ήδη προχωρήσει στην πώληση της εγκατάστασης που διατηρούσε στο Cloppenburg από την πρώτη Μαρτίου.
Οι πωλήσεις αυτές των μη κερδοφόρων υποκαταστημάτων αντικατοπτρίζουν τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν οι περιφερειακές επιχειρήσεις, οι οποίες αδυνατούν να συντηρήσουν διευρυμένα δίκτυα εν μέσω περιορισμένης ρευστότητας.
Το γεγονός ότι μια επιχείρηση με ρίζες σχεδόν μισού αιώνα αναγκάζεται να συρρικνωθεί τόσο δραματικά, αποτελεί ηχηρό καμπανάκι για την ευρύτερη οικονομική υγεία του κλάδου της διασκέδασης στη γερμανική επαρχία.