Φρανκφούρτη – Σοβαρά ζητήματα στη διαχείριση των αποσκευών αντιμετωπίζουν οι ταξιδιώτες κατά τη χειμερινή περίοδο, με τις αεροπορικές εταιρείες να καταφεύγουν συχνά σε δραστικές λύσεις προκειμένου να τηρήσουν τα αυστηρά χρονοδιαγράμματα απογείωσης. Ο συνδυασμός δυσμενών καιρικών συνθηκών, όπως ο πάγος και το χιόνι, με τους χρονικούς περιορισμούς που επιβάλλουν τα αεροδρόμια, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα που συχνά καταλήγει στην αναχώρηση πτήσεων χωρίς το σύνολο των αποσκευών των επιβατών.
Σύμφωνα με πληροφορίες που έρχονται στο φως από τη Γερμανία, η ανάγκη τήρησης των χρονοθυρίδων (slots) και η αποφυγή της απαγόρευσης νυχτερινών πτήσεων (night curfew), ειδικά σε κόμβους όπως το αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης, οδηγεί τους κυβερνήτες στη δύσκολη απόφαση να αναχωρήσουν αφήνοντας πίσω μέρος του φορτίου. Ωστόσο, ερωτηματικά προκαλεί η επικοινωνιακή διαχείριση αυτών των περιστατικών από τα πληρώματα καμπίνας προς τους επιβάτες.
Το περιστατικό της πτήσης προς Βίντχουκ
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πτήση 4Y 138 της θυγατρικής της Lufthansa, Discover Airlines, από τη Φρανκφούρτη προς το Βίντχουκ της Ναμίμπια. Λόγω καθυστερήσεων, η πτήση κινδύνευε να παραβιάσει το αυστηρό νυχτερινό ωράριο απαγόρευσης πτήσεων που ισχύει στο γερμανικό αεροδρόμιο. Μπροστά στην πίεση του χρόνου και την ανησυχία των επιβατών, τόσο ο επικεφαλής του πληρώματος καμπίνας όσο και ο κυβερνήτης φέρονται να διαβεβαίωσαν τους ταξιδιώτες ότι η φόρτωση των αποσκευών είχε ολοκληρωθεί επιτυχώς.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποκαλύφθηκε μετά την προσγείωση στη Ναμίμπια, όπου περίπου 20 επιβάτες διαπίστωσαν ότι οι αποσκευές τους δεν είχαν φτάσει ποτέ στον προορισμό. Το γεγονός αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσον η παροχή ανακριβών πληροφοριών αποτελεί συνειδητή επιλογή για την ηρεμία των επιβατών ή αποτέλεσμα ελλιπούς εσωτερικής ενημέρωσης μεταξύ εδάφους και αέρα.
Στρατηγική αποφυγής εντάσεων
Πληροφορίες από εσωτερικές πηγές της Discover, τις οποίες επικαλούνται γερμανικά μέσα ενημέρωσης, αναφέρουν ότι τα πληρώματα καμπίνας δεν έχουν πλέον πρόσβαση στο λεγόμενο «Load-Plan» (σχέδιο φόρτωσης) μέσω των tablets τους. Η πρακτική αυτή φέρεται να υιοθετείται ώστε το πλήρωμα να μην γνωρίζει –και κατ’ επέκταση να μην μπορεί να επιβεβαιώσει– αν συγκεκριμένες αποσκευές βρίσκονται στο αεροσκάφος.
Στόχος αυτής της πολιτικής φαίνεται να είναι η πρόληψη περιστατικών με «unruly passengers», δηλαδή επιβάτες που ενδέχεται να γίνουν επιθετικοί ή βίαιοι αν μάθουν πριν την απογείωση ότι η βαλίτσα τους θα μείνει πίσω. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο κυβερνήτης έχει τη δικαιοδοσία να αποβιβάσει τους ταραξίες, προκαλώντας περαιτέρω καθυστερήσεις.
Από την πλευρά της, εκπρόσωπος της Discover αρνείται ότι υπάρχει οδηγία για παραπλάνηση των επιβατών. Όπως διευκρινίζεται, σε περιπτώσεις ερωτήσεων, το πλήρωμα επικοινωνεί με τις υπηρεσίες εδάφους, ωστόσο η τελική απόφαση για τη φόρτωση ή μη των αποσκευών ανήκει στον κυβερνήτη και όχι στους πράκτορες πίστας (Ramp-Agents). Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η έλλειψη πληροφοριών για τις αποσκευές στα tablets των πληρωμάτων δεν σχετίζεται με λόγους ασφαλείας.
Τρόποι ελέγχου για τους επιβάτες
Δεδομένης της αβεβαιότητας, οι ειδικοί προτείνουν στους ταξιδιώτες να λαμβάνουν τα δικά τους μέτρα για την παρακολούθηση των αντικειμένων τους. Η χρήση συσκευών εντοπισμού, όπως τα AirTags, επιτρέπει στους επιβάτες να βλέπουν την ακριβή τοποθεσία της βαλίτσας τους μέσω εφαρμογών στο κινητό, ανεξάρτητα από τις διαβεβαιώσεις του προσωπικού.
Επιπλέον, ορισμένες αεροπορικές εταιρείες, όπως η Lufthansa, προσφέρουν μέσω των εφαρμογών τους λειτουργίες εντοπισμού. Οι επιβάτες μπορούν να ελέγξουν την κατάσταση της αποσκευής τους επιλέγοντας το όνομά τους στην ενότητα των αποσκευών, αποκτώντας έτσι μια πιο καθαρή εικόνα για το αν τα υπάρχοντά τους ταξιδεύουν μαζί τους ή έχουν μείνει στο αεροδρόμιο αναχώρησης.
