Βερολίνο – Στην τελική ευθεία για την αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας εισέρχεται η Γερμανία, με την ομοσπονδιακή Βουλή (Bundestag) να ανοίγει σήμερα τον φάκελο της μεταρρύθμισης που στοχεύει στην αντικατάσταση του Bürgergeld από τη λεγόμενη «Νέα Βασική Ασφάλεια» (Neue Grundsicherung). Στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας βρίσκεται η αυστηροποίηση των όρων χορήγησης επιδομάτων, με την κυβέρνηση να θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα την άμεση ένταξη των δικαιούχων στην αγορά εργασίας και την επιβολή σκληρότερων κυρώσεων σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.
Η αυστηροποίηση του πλαισίου και ο χάρτης των δικαιούχων
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό που αποφασίστηκε τον Δεκέμβριο του 2025 και αναμένεται να τεθεί σε ισχύ στα μέσα του 2026, το νέο πλαίσιο προβλέπει δραστικές συνέπειες για όσους απορρίπτουν «λογικές» προτάσεις εργασίας ή αμελούν τα προγραμματισμένα ραντεβού με τις υπηρεσίες απασχόλησης. Οι ποινές θα μπορούν να κλιμακώνονται μέχρι και την πλήρη διακοπή των χρηματικών καταβολών, μια προοπτική που έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση κοινωνικών φορέων.
Τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Απασχόλησης έρχονται να φωτίσουν την πραγματική εικόνα των 5,3 εκατομμυρίων ανθρώπων που λαμβάνουν σήμερα το επίδομα. Παρά τη δημόσια συζήτηση περί «ολικών αρνητών» εργασίας (Totalverweigerer), τα επίσημα δεδομένα δείχνουν ότι η κατηγορία αυτή αφορά ποσοστό μικρότερο του 1%. Από το σύνολο των δικαιούχων, πάνω από το ένα τέταρτο δεν είναι σε θέση να εργαστεί, με το 97% αυτής της υποκατηγορίας να είναι παιδιά.
Παράλληλα, ενώ το 73% των ληπτών θεωρούνται ικανοί προς εργασία, περισσότεροι από τους μισούς δεν παραμένουν εκτός αγοράς από επιλογή. Σε αυτή την ομάδα περιλαμβάνονται μονογονεϊκές οικογένειες, άτομα που φροντίζουν συγγενείς, καθώς και εργαζόμενοι με πολύ χαμηλές αποδοχές που χρειάζονται συμπληρωματική ενίσχυση. Πολλοί άλλοι θεωρούνται δύσκολα διαχειρίσιμοι από την αγορά λόγω ηλικίας ή έλλειψης τυπικών προσόντων.
Η καθημερινότητα της επιβίωσης και οι νέοι άνεργοι
Η εφαρμογή των σχεδίων της κυβέρνησης βρίσκει πολλούς πολίτες σε κατάσταση οικονομικής ασφυξίας, με το προβλεπόμενο ποσό για διατροφή να ανέρχεται σε μόλις 150,93 ευρώ μηνιαίως για έναν ενήλικα που ζει μόνος, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου πέντε ευρώ την ημέρα. Περιπτώσεις ανθρώπων στο Αμβούργο αποτυπώνουν την πίεση που ασκεί η ακρίβεια στα νοικοκυριά που εξαρτώνται από το κράτος.
Η Rabea, 38 ετών, πτυχιούχος Γερμανικής Φιλολογίας με προϋπηρεσία σε μεγάλους εκδοτικούς οίκους, βρέθηκε στο σύστημα στήριξης μετά τη λήξη της σύμβασής της και μια περιπέτεια υγείας. Η ίδια περιγράφει πως η αγορά τροφίμων έχει μετατραπεί σε πεδίο διαρκούς υπολογισμού, με τις εκπτωτικές τιμές να καθορίζουν το αν θα μπορέσει να γιορτάσει στοιχειωδώς. Η εξάρτηση από τα συσσίτια αποτελεί για την ίδια μονόδρομο, καθώς θεωρεί αδύνατη την υγιεινή διατροφή αποκλειστικά με το κρατικό βοήθημα.
Σε παρόμοια θέση βρίσκεται και ο 30χρονος Joshua, απόφοιτος Κοινωνικής Οικονομίας, ο οποίος εργαζόταν ως project manager στο λιανεμπόριο πριν χάσει τη θέση του λόγω περικοπών στην εταιρεία του. Μετά τη λήξη του τακτικού επιδόματος ανεργίας, εντάχθηκε στο καθεστώς του Bürgergeld με το βασικό ποσό των 563 ευρώ. Ο ίδιος παραδέχεται πως δίστασε να καταθέσει την αίτηση, αρνούμενος αρχικά να αποδεχτεί τη νέα του πραγματικότητα, μέχρι που η ανάγκη κάλυψης του ενοικίου κατέστησε την κίνηση αναπόφευκτη.
Ο φόβος των κυρώσεων και το κοινωνικό αποτύπωμα
Η προοπτική των αυστηρότερων κυρώσεων δημιουργεί κλίμα ανασφάλειας, ιδιαίτερα σε άτομα με χρόνιες παθήσεις. Η Katja, 54 ετών από το Όλντενμπουργκ, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και έχει ιστορικό εθισμού, ζει με τον φόβο ότι μια πιθανή παράλειψη ή αδυναμία παρουσίας σε ραντεβού θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια της στέγης της. Για την ίδια, η εξάρτηση από το επίδομα ισοδυναμεί με αίσθηση απώλειας της αυτονομίας και έκθεση σε κινδύνους που δεν μπορεί να ελέγξει.
Η συζήτηση στη Μπούντεσταγκ αναμένεται να καθορίσει το τελικό πλαίσιο της «Νέας Βασικής Ασφάλειας», με τους δικαιούχους να παρακολουθούν τις εξελίξεις με ανησυχία για το πώς θα διαμορφωθεί η επόμενη μέρα της κοινωνικής πρόνοιας στη Γερμανία.
