Φρανκφούρτη – Μια εξαιρετικά επιτυχημένη χρονιά κατέγραψε ο ξενοδοχειακός κλάδος στη Φρανκφούρτη, με την κίνηση να αγγίζει σχεδόν τα επίπεδα του ιστορικού ρεκόρ του 2024. Παρά τις διεθνείς προκλήσεις, η πόλη επιβεβαίωσε τη δυναμική της ως κορυφαίος προορισμός, χάρη κυρίως στην πρωτοφανή στήριξη από την εγχώρια αγορά που κάλυψε το κενό των διεθνών αφίξεων.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εταιρείας Τουρισμού και Συνεδρίων (TCF), το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2025 έκλεισε με εντυπωσιακούς αριθμούς, καταγράφοντας σχεδόν 10,14 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις. Ο αριθμός αυτός υπολείπεται ελάχιστα, κατά μόλις 1,1%, σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, το οποίο αποτέλεσε και την κορυφαία επίδοση στα χρονικά. Συνολικά, τα ξενοδοχεία της πόλης υποδέχθηκαν 3,89 εκατομμύρια επισκέπτες, σημειώνοντας μια ανεπαίσθητη μείωση της τάξης του 0,4%.
Αν και τα τελικά στοιχεία του Δεκεμβρίου θα ανακοινωθούν επίσημα τον Μάρτιο με την παρουσίαση της ετήσιας έκθεσης, όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι το έτος έκλεισε κοντά στα 11 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις. Μια τέτοια επίδοση θα κατοχυρώσει το 2025 ως τη δεύτερη καλύτερη χρονιά στην ιστορία του τουρισμού της Φρανκφούρτης, ξεπερνώντας ακόμα και το προ-πανδημικό έτος αναφοράς, το 2019, που είχε κλείσει με 10,78 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις.
Δύο ταχύτητες: Ρεκόρ στους Γερμανούς, πτώση στους διεθνείς
Η ανάλυση των δεδομένων αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα αντίθεση στην προέλευση των επισκεπτών. Η αγορά κινήθηκε σε δύο διαφορετικές ταχύτητες, με τον εσωτερικό τουρισμό να λειτουργεί ως η «ατμομηχανή» της ανάπτυξης. Το ενδιαφέρον από επαγγελματίες και ταξιδιώτες εντός Γερμανίας κατέγραψε ιστορικό υψηλό, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ και επιβεβαιώνοντας τον κεντρικό ρόλο της Φρανκφούρτης στον εγχώριο επιχειρηματικό και τουριστικό χάρτη.
Στον αντίποδα, η διεθνής αγορά εμφάνισε σημάδια κόπωσης. Στο διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο, οι διανυκτερεύσεις από το εξωτερικό σημείωσαν πτώση 5,5% συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά. Οι απώλειες αυτές εντοπίζονται κυρίως σε παραδοσιακά ισχυρές αγορές, καθώς καταγράφηκε σημαντική μείωση στον αριθμό των επισκεπτών από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και τη Μεγάλη Βρετανία.
