Γερμανία – Η κατακόρυφη άνοδος στις τιμές των υγρών καυσίμων το τελευταίο διάστημα έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση γύρω από τη φορολογική πολιτική που εφαρμόζεται στα πρατήρια της χώρας. Με τον υδράργυρο των τιμών να αγγίζει ή και να ξεπερνά τα δυόμισι ευρώ ανά λίτρο, οι οδηγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δυσβάσταχτο κόστος μετακίνησης που πιέζει ασφυκτικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στις διεθνείς πιέσεις και την απότομη αύξηση της τιμής του πετρελαίου, η οποία πυροδοτήθηκε από τις σοβαρές γεωπολιτικές εντάσεις και τη σύγκρουση στο Ιράν. Ωστόσο, πέρα από τις εξωγενείς παραμέτρους των παγκόσμιων αγορών, αναλυτές και οικονομολόγοι στρέφουν πλέον την προσοχή τους στον εγχώριο μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών, αναδεικνύοντας τον κρίσιμο ρόλο των κρατικών επιβαρύνσεων και τον τρόπο με τον οποίο αυτές διογκώνουν περαιτέρω το τελικό κόστος για τον πολίτη.
Η αρχιτεκτονική της διπλής φορολόγησης στα καύσιμα
Κεντρικό σημείο της έντονης κριτικής που ασκείται αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας πάνω στις ήδη υπάρχουσες κρατικές και περιβαλλοντικές εισφορές. Ειδικότερα, το τέλος άνθρακα, το οποίο έχει θεσπιστεί με στρατηγικό στόχο τη μείωση των εκπομπών ρύπων, ανέρχεται αυτή τη στιγμή σε περισσότερα από δεκατρία λεπτά ανά λίτρο βενζίνης. Το δομικό πρόβλημα, σύμφωνα με τους επικριτές του ισχύοντος συστήματος, έγκειται στο γεγονός ότι πάνω σε αυτό το προκαθορισμένο ποσό επιβάλλεται επιπλέον ΦΠΑ δεκαεννέα τοις εκατό, κάτι που μεταφράζεται σε πρόσθετη επιβάρυνση περίπου δυόμισι λεπτών ανά λίτρο στην αντλία.
Ο καθηγητής οικονομικών David Stadelmann από το Πανεπιστήμιο του Μπαϊρόιτ αναλύει αυτή τη δυναμική, θεωρώντας ότι η συγκεκριμένη πρακτική αποτελεί μια αδικαιολόγητη επιβάρυνση. Βάσει της προσέγγισής του, η εισφορά για το διοξείδιο του άνθρακα λειτουργεί στην πράξη ως ένα ισχυρό κίνητρο για τον περιορισμό της εγχώριας κατανάλωσης, προσφέροντας ουσιαστικά μια έμμεση υπηρεσία υπέρ της προστασίας του παγκόσμιου κλίματος. Εφόσον πρόκειται για μια τέτοιας φύσης περιβαλλοντική συμβολή, ο ίδιος εξηγεί ότι δεν θα έπρεπε να υπόκειται σε Φόρο Προστιθέμενης Αξίας.
Αν αυτή η διόρθωση εφαρμόζονταν καθολικά, τόσο στα καύσιμα κίνησης όσο και στο φυσικό αέριο ή το πετρέλαιο θέρμανσης, θα μπορούσε να εξοικονομήσει στους οδηγούς πάνω από ένα ευρώ σε κάθε τυπικό γέμισμα ρεζερβουάρ πενήντα λίτρων.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο πρόεδρος της Ένωσης Φορολογουμένων, Reiner Holznagel, ο οποίος εστιάζει στην άμεση ανάγκη αποφυγής αυτής της μεθοδολογίας. Ο ίδιος επισημαίνει ότι η επιβολή φόρου πάνω στον φόρο αποτελεί μια ξεκάθαρη μορφή διπλής φορολόγησης, η οποία οφείλει να διορθωθεί άμεσα από τον κρατικό μηχανισμό, προκειμένου να δοθεί μια γρήγορη και ουσιαστική οικονομική ανάσα στους πολίτες που πλήττονται από την ακρίβεια.
Οι αντίθετες προσεγγίσεις και το ιστορικό υπόβαθρο
Η έντονη συζήτηση γύρω από την επιβολή πολλαπλών φόρων στα είδη πρώτης ανάγκης και την ενέργεια δεν είναι κάτι πρωτοφανές στον γερμανικό δημόσιο διάλογο. Το ζήτημα είχε απασχολήσει εκτενώς την επικαιρότητα και κατά το πρόσφατο παρελθόν, με χαρακτηριστικότερη περίοδο το έτος 2022. Εκείνη την εποχή, οι γεωπολιτικές αναταράξεις που ακολούθησαν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είχαν προκαλέσει παρόμοιους και εξίσου βίαιους κραδασμούς στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, εκτοξεύοντας και πάλι τις τιμές των καυσίμων στα επίπεδα των δυόμισι ευρώ.
Παρά τις συνεχείς πιέσεις από φορείς και ενώσεις καταναλωτών για την αλλαγή του ισχύοντος φορολογικού πλαισίου, υπάρχει και μια αντίθετη επιστημονική οπτική η οποία ερμηνεύει διαφορετικά τους κανόνες της αγοράς. Η καθηγήτρια οικονομικών Veronika Grimm διευκρινίζει ότι ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας έχει σχεδιαστεί θεσμικά ως ένας αυστηρά γενικός φόρος κατανάλωσης. Η βασική του λειτουργία είναι να εφαρμόζεται καθολικά επί της τελικής τιμής πώλησης ενός προϊόντος στο ράφι ή στην αντλία.
Βάσει αυτής της θεμελιώδους οικονομικής αρχής, η ενσωμάτωση των επιμέρους κρατικών τελών και των προκαθορισμένων περιβαλλοντικών εισφορών στην τελική βάση υπολογισμού του ΦΠΑ θεωρείται απολύτως συνεπής με την ευρύτερη αρχιτεκτονική του εθνικού φορολογικού συστήματος. Η βαθιά διαφορά αυτών των δύο προσεγγίσεων αναδεικνύει την τεράστια πολυπλοκότητα της διαχείρισης των σύγχρονων ενεργειακών κρίσεων, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στα αναγκαία έσοδα του κράτους και την προστασία του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών.