Γερμανία – Ραγδαία άνοδο καταγράφουν οι τιμές των καυσίμων στη γερμανική αγορά, προκαλώντας έντονη οικονομική επιβάρυνση στους οδηγούς, καθώς η μέση τιμή για ένα λίτρο βενζίνης Super φτάνει πλέον τα 2,31 ευρώ και για το ντίζελ τα 2,28 ευρώ. Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει το κόστος στα επίπεδα των ιστορικών υψηλών που σημειώθηκαν στα τέλη Φεβρουαρίου 2026, επηρεάζοντας άμεσα εκατομμύρια καταναλωτές που βλέπουν τις δαπάνες μετακίνησης να εκτοξεύονται.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η τιμή του πετρελαίου Brent κατέγραψε άνοδο στα 85,28 δολάρια ανά βαρέλι, σημειώνοντας αύξηση ύψους 24% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
- Στη Γερμανία ο φόρος ενέργειας ανέρχεται σε 65,45 λεπτά ανά λίτρο βενζίνης και 47,04 λεπτά ανά λίτρο ντίζελ, ενώ επιβάλλεται επιπλέον ο φόρος διοξειδίου του άνθρακα με 55 ευρώ ανά τόνο.
- Η επίσημη κρατική έκπτωση στα καύσιμα (Tankrabatt) ολοκληρώθηκε οριστικά την 1η Ιουλίου χωρίς να υπάρξει κάποιο νέο μέτρο αντικατάστασης από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Οι διεθνείς πιέσεις και το καθεστώς των γερμανικών φόρων
Η τρέχουσα πορεία των τιμών καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς εξελίξεις στην αγορά του αργού πετρελαίου, με την τιμή του Brent να δέχεται ισχυρές πιέσεις λόγω της κλιμάκωσης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και του αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ. Όπως μεταδίδει ο γερμανικός τύπος, οι γεωπολιτικές αναταράξεις οδήγησαν την τιμή του βαρελιού σε υψηλά επίπεδα, εντείνοντας το κύμα ακρίβειας στα πρατήρια. Παράλληλα, η κατάσταση επιβαρύνθηκε σημαντικά από τη λήξη της κρατικής επιδότησης στα καύσιμα, η οποία σταμάτησε να ισχύει με την έναρξη του Ιουλίου.
Η βασική αιτία για την οποία οι οδηγοί στη χώρα πληρώνουν σημαντικά υψηλότερες τιμές εντοπίζεται στην εγχώρια φορολογική πολιτική, καθώς οι κρατικές επιβαρύνσεις απορροφούν περισσότερο από το μισό της τελικής τιμής της αντλίας. Στο κόστος ανά λίτρο ενσωματώνονται ο σταθερός φόρος ενέργειας, ο φόρος προστιθέμενης αξίας αλλά και η ειδική εισφορά για τις εκπομπές CO₂. Αντίθετα, γειτονικά κράτη εφαρμόζουν σαρώς χαμηλότερους συντελεστές στα ορυκτέλαια, γεγονός που επιτρέπει τη διατήρηση των τιμών σε σαφώς πιο προσιτά επίπεδα για τους καταναλωτές.
Η σύγκριση με την ευρωπαϊκή αγορά και οι τρόποι εξοικονόμησης
Η Γερμανία κατατάσσεται πλέον μεταξύ των ακριβότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των καυσίμων, με τη διαφορά τιμής σε σχέση με τα όμορα κράτη να ξεπερνά ακόμη και τα 50 λεπτά ανά λίτρο. Στην Πολωνία η μέση τιμή της βενζίνης διαμορφώνεται στο 1,58 ευρώ, στην Τσεχία στο 1,62 ευρώ, στο Λουξεμβούργο στο 1,65 ευρώ και στην Αυστρία στο 1,69 ευρώ. Η χαμηλότερη τιμή εντοπίζεται στην Ισπανία, όπου το λίτρο της βενζίνης κοστίζει 1,54 ευρώ και το ντίζελ 1,55 ευρώ, ενώ σημειώνεται ότι η Αυστρία προχώρησε πρόσφατα σε προσωρινές μειώσεις του φόρου καυσίμων κατά πέντε λεπτά τον Απρίλιο και επιπλέον δύο λεπτά τον Μάιο.
Για τους οδηγούς που δεν έχουν τη δυνατότητα να μετακινηθούν εκτός συνόρων για τον ανεφοδιασμό των οχημάτων τους, η εγχώρια αγορά προσφέρει συγκεκριμένα χρονικά παράθυρα για τη μείωση του κόστους. Βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας για τη ρύθμιση της 12ης μεσημβρινής, τα πρατήρια καυσίμων έχουν το δικαίωμα να αυξήσουν τις τιμές τους μετά το μεσημέρι, καθιστώντας τις ώρες αργά το πρωί ως την πιο οικονομική περίοδο για τον ανεφοδιασμό. Επιπλέον, για όσους προγραμματίζουν ταξίδια στο εξωτερικό, οι ειδικοί συστήνουν την πλήρη κατανάλωση του υπάρχοντος καυσίμου και το γέμισμα του ρεζερβουάρ αμέσως μετά τη διέλευση των συνόρων σε χώρες όπως η Πολώνια, η Τσεχία ή το Λουξεμβούργο.