Βερολίνο – Σε τροχιά περαιτέρω αυξήσεων εισήλθε από την αρχή του έτους το κόστος θέρμανσης για εκατομμύρια νοικοκυριά στη Γερμανία, ως απόρροια των νέων κυβερνητικών ρυθμίσεων για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. Το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας και Ενέργειας (BMWE), στο πλαίσιο της στρατηγικής για την κλιματική ουδετερότητα, προχώρησε σε νέα αναπροσαρμογή του φόρου διοξειδίου του άνθρακα (CO2-Abgabe), επιβαρύνοντας άμεσα την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων. Η κίνηση αυτή μεταφράζεται σε αισθητά υψηλότερους λογαριασμούς για όσους εξακολουθούν να θερμαίνονται με πετρέλαιο ή φυσικό αέριο, σηματοδοτώντας μια δύσκολη χρονιά για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Ο μηχανισμός τιμολόγησης των ρύπων, ο οποίος θεσπίστηκε το 2021 μέσω του Νόμου για την Εμπορία Εκπομπών Καυσίμων (BEHG), λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για την εγκατάλειψη των ρυπογόνων πηγών ενέργειας. Ενώ η αρχική τιμή είχε οριστεί στα 25 ευρώ ανά τόνο εκπομπών, η κυβέρνηση ακολουθεί πλέον μια επιθετική πολιτική αύξησης. Από την 1η Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, η τιμή διαμορφώθηκε στα 65 ευρώ ανά τόνο, ποσό που είναι κατά 10 ευρώ υψηλότερο σε σύγκριση με το 2025. Στόχος του Βερολίνου είναι η επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας εντός της επόμενης εικοσαετίας, πολιτική που συνεπάγεται τη σταδιακή αλλά σταθερή αύξηση του κόστους χρήσης συμβατικών καυσίμων.
Η κρίσιμη προθεσμία του Ιουνίου 2026
Το βάρος των νέων μέτρων πέφτει δυσανάλογα στα μη ανακαινισμένα κτίρια και στις παλαιότερες εγκαταστάσεις θέρμανσης. Σύμφωνα με τον Νόμο για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (GEG), τίθενται πλέον αυστηρά χρονοδιαγράμματα και προϋποθέσεις, ειδικά για τα μεγάλα αστικά κέντρα. Συγκεκριμένα, στις πόλεις με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, η εγκατάσταση νέων συστημάτων θέρμανσης θα πρέπει να πληροί την προϋπόθεση χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε ποσοστό τουλάχιστον 65%. Η υποχρέωση αυτή τίθεται σε ισχύ από τις 30 Ιουνίου 2026 και αφορά περίπου 80 μεγάλες γερμανικές πόλεις, ενώ για τους μικρότερους δήμους η αντίστοιχη προθεσμία μετατίθεται για το 2028.
Ο νόμος προβλέπει επίσης ένα οριστικό τέλος για τα ορυκτά καύσιμα στη θέρμανση. Μέχρι το 2045, η χρήση πετρελαίου και άνθρακα πρέπει να έχει τερματιστεί πλήρως, με όλες τις εγκαταστάσεις να λειτουργούν αποκλειστικά με ανανεώσιμες πηγές. Για το ενδιάμεσο διάστημα, έχει καθοριστεί ένα σαφές χρονοδιάγραμμα αναβαθμίσεων. Οι συσκευές που έχουν εγκατασταθεί πριν από το 1995 ή είναι ακόμη παλαιότερες, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ανάγκης αντικατάστασης ή εκσυγχρονισμού. Για συστήματα με έτος κατασκευής μεταξύ 1995 και 2015, η προθεσμία συμμόρφωσης και τεχνικής αναβάθμισης λήγει το 2027, ενώ τα νεότερα μοντέλα έχουν περιθώριο προσαρμογής έως το 2045.
Συμβουλές και αντισταθμιστικά μέτρα
Δεδομένης της ανοδικής πορείας των τιμών, οι ειδικοί συνιστούν στους καταναλωτές να προνοήσουν οικονομικά. Μια ενδεδειγμένη κίνηση είναι η εθελοντική αύξηση των μηνιαίων προκαταβολών (Abschläge) προς τους παρόχους ενέργειας, ώστε να αποφευχθούν δυσάρεστες εκπλήξεις με υπέρογκες εκκαθαριστικές χρεώσεις στο τέλος του έτους. Παράλληλα, η έρευνα αγοράς και η σύγκριση τιμών μεταξύ διαφορετικών προμηθευτών κρίνεται επιβεβλημένη, ιδιαίτερα για νοικοκυριά με παλαιιωμένο εξοπλισμό που δεν πληροί τις σύγχρονες προδιαγραφές του GEG.
Ωστόσο, υπάρχουν και θετικά νέα που ενδέχεται να μετριάσουν την επιβάρυνση. Στον αντίποδα της αύξησης του φόρου CO2, καταγράφεται μείωση στα τέλη χρήσης του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ παράλληλα καταργείται η εισφορά αποθήκευσης φυσικού αερίου (Gasspeicherumlage). Αυτές οι ελαφρύνσεις αναμένεται να λειτουργήσουν ως «αμορτισέρ» για το συνολικό ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών, προσφέροντας μια μικρή ανάσα εν μέσω του κύματος ακρίβειας στη θέρμανση.