Γερμανία – Σε τροχιά σύγκρουσης με τις κοινωνικές οργανώσεις και τα συνδικάτα τίθεται το Οικονομικό Συμβούλιο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU), καταθέτοντας μια σειρά από ριζοσπαστικές προτάσεις για το ασφαλιστικό σύστημα. Το έγγραφο, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ατζέντα για τους εργαζόμενους», εισηγείται δραστικές περικοπές σε καθιερωμένες συνταξιοδοτικές παροχές, με στόχο τη συγκράτηση των ασφαλιστικών εισφορών που βαραίνουν τους ενεργούς εργαζόμενους. Οι προτάσεις αυτές, εφόσον υιοθετηθούν από την ηγεσία της Καγκελαρίας υπό τον Friedrich Merz, αναμένεται να επιφέρουν σημαντικές μειώσεις στο εισόδημα εκατομμυρίων συνταξιούχων.
Στο στόχαστρο η Βασική Σύνταξη και η Σύνταξη Μητέρας
Κεντρικός άξονας των εισηγήσεων είναι η κατάργηση αυτού που το Οικονομικό Συμβούλιο χαρακτηρίζει ως «προνομιακή μεταχείριση» συγκεκριμένων ομάδων. Πρώτο θύμα αυτής της λογικής είναι η λεγόμενη «Βασική Σύνταξη» (Grundrente). Πρόκειται για το επίδομα που χορηγείται σε συνταξιούχους που έχουν εργαστεί για πολλά χρόνια με χαμηλές αποδοχές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γερμανικής Ασφάλισης Συντάξεων (DRV), το μέσο ύψος αυτής της παροχής για το 2024 ανήλθε στα 97 ευρώ μηνιαίως. Η κατάργησή της θα αφαιρούσε ένα κρίσιμο ποσό από χαμηλοσυνταξιούχους, αυξάνοντας τον κίνδυνο της φτώχειας.
Παράλληλα, το σχέδιο προβλέπει την κατάργηση της «Σύνταξης Μητέρας» (Mütterrente), ένα μέτρο που πλήττει άμεσα τις γυναίκες. Σήμερα, οι μητέρες λαμβάνουν συνταξιοδοτικούς πόντους για τον χρόνο που αφιέρωσαν στην ανατροφή των παιδιών τους και έμειναν εκτός αγοράς εργασίας. Με την τρέχουσα αξία του πόντου στα 40,79 ευρώ, η απώλεια θα μπορούσε να φτάσει έως και τα 122,37 ευρώ τον μήνα για όσες είχαν κατοχυρώσει το μέγιστο των τριών πόντων ανά παιδί.
Τέλος στην πρόωρη συνταξιοδότηση και αυστηρότερες ποινές
Πέρα από τις περικοπές στα επιδόματα, το Οικονομικό Συμβούλιο στοχεύει στη δομική αλλαγή των ορίων ηλικίας. Ζητείται η οριστική κατάργηση της δυνατότητας συνταξιοδότησης στα 63 έτη χωρίς περικοπές (η γνωστή «Rente mit 63») για όσους έχουν συμπληρώσει 45 χρόνια ασφάλισης. Αντ’ αυτού, προτείνεται η εφαρμογή αυστηρότερων, αναλογιστικά ορθών μειώσεων (penalties) για όσους επιλέγουν να αποχωρήσουν νωρίτερα από την αγορά εργασίας.
Επιπλέον, τίθεται μεσοπρόθεσμος στόχος για αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης πέραν των 67 ετών, μέσω της άμεσης σύνδεσής του με το προσδόκιμο ζωής. Ο συνδυασμός της αύξησης του ορίου ηλικίας και των υψηλότερων ποινών για πρόωρη αποχώρηση θα οδηγούσε μαθηματικά σε χαμηλότερες συντάξεις για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου, Wolfgang Steiner, υπεραμύνθηκε των προτάσεων, επικαλούμενος την ανάγκη προστασίας των καθαρών αποδοχών των εργαζομένων. Το σκεπτικό βασίζεται στην πρόβλεψη ότι, με τη συνταξιοδότηση της γενιάς των Baby Boomers, οι ασφαλιστικές εισφορές θα εκτιναχθούν σε δραματικά επίπεδα, αγγίζοντας το 50% έως το 2040. Στόχος του Συμβουλίου είναι να ανακόψει αυτή την πορεία, προτάσσοντας την «οικονομία» στον σχεδιασμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης.
Οι προτάσεις προκάλεσαν την άμεση και οργισμένη αντίδραση των κοινωνικών φορέων. Η Michaela Engelmeier, από τον Κοινωνικό Σύνδεσμο Γερμανίας (SoVD), χαρακτήρισε την απαίτηση για περικοπές στους πιο ευάλωτους ως «εξαιρετικά αντικοινωνική», τονίζοντας ότι για πολλούς ανθρώπους η Grundrente αποτελεί τη μοναδική γραμμή άμυνας απέναντι στην εξαθλίωση.
Σε ακόμα πιο υψηλούς τόνους κινήθηκε η Γερμανική Συνομοσπονδία Συνδικάτων (DGB). Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου, Anja Piel, έκανε λόγο για «κλωτσιά στα καλάμια» όσων κράτησαν τη χώρα όρθια για δεκαετίες και κατήγγειλε τις προτάσεις ως «ταξικό πόλεμο από τα πάνω». Η ίδια υπογράμμισε ότι η σύνδεση του ορίου ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής αποτελεί ουσιαστικά μια «σκληρή μείωση σύνταξης», καθώς εργαζόμενοι σε βαρέα επαγγέλματα, όπως οι οικοδόμοι και οι νοσηλευτές, συχνά δεν καταφέρνουν να φτάσουν υγιείς ούτε καν στο τρέχον όριο των 67 ετών.
Απέναντι στη λογική των περικοπών, οι κοινωνικοί φορείς αντιπροτείνουν τη βιωσιμότητα μέσω της δικαιότερης φορολόγησης, ζητώντας την επαναφορά του φόρου περιουσίας, τη μεταρρύθμιση του φόρου κληρονομιάς και την υψηλότερη φορολόγηση των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.
