Γερμανία – Η κατάργηση της σύνταξης χωρίς περικοπές μετά από 45 χρόνια ασφάλισης αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στη νέα συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, η οποία παραμένει αντικείμενο διαφωνιών στον κυβερνητικό συνασπισμό. Μετά την αιφνιδιαστική παραίτηση της Bärbel Bas, ο νέος υπουργός Εργασίας Alexander Schweitzer καλείται να βρει συμβιβασμό για τρεις κρίσιμες αλλαγές.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η αρμόδια επιτροπή προτείνει να καταργηθεί η δυνατότητα πρόωρης συνταξιοδότησης χωρίς περικοπές για όσους έχουν 45 χρόνια ασφάλισης.
- Για τα Minijobs εξετάζεται η κατάργηση τόσο της δυνατότητας εξαίρεσης από την ασφάλιση σύνταξης όσο και του ειδικού φορολογικού και ασφαλιστικού καθεστώτος.
- Η μερική συνταξιοδότηση προτείνεται να επιτρέπεται από τα 58 αντί για τα 55 έτη, χωρίς το σημερινό σύστημα διαδοχικών περιόδων πλήρους εργασίας και απαλλαγής από την εργασία.
- Ο καγκελάριος Friedrich Merz επιδιώκει κυβερνητική έγκριση του νομοσχεδίου το 2026 και ψήφιση από την Bundestag το πρώτο τρίμηνο του 2027.
Γιατί τα 45 χρόνια ασφάλισης διχάζουν την κυβέρνηση
Η πιο δύσκολη από τις εκκρεμότητες αφορά τους ιδιαίτερα μακροχρόνια ασφαλισμένους. Η επιτροπή για το μέλλον της συνταξιοδοτικής ασφάλισης, που κατέθεσε συνολικά 33 προτάσεις, εισηγείται την κατάργηση της δυνατότητας να αποχωρεί κάποιος νωρίτερα από την εργασία χωρίς μείωση στη σύνταξή του, εφόσον έχει συμπληρώσει 45 χρόνια ασφάλισης.
Η ρύθμιση είναι γνωστή στη Γερμανία με την ονομασία «Rente mit 63», επειδή επέτρεπε σε όσους γεννήθηκαν πριν από το 1953 να συνταξιοδοτηθούν στα 63 με τη συμπλήρωση της απαιτούμενης ασφαλιστικής περιόδου. Ωστόσο, το ηλικιακό όριο έχει ήδη μετακινηθεί προς τα πάνω για τις νεότερες γενιές. Συνεπώς, ο όρος δεν σημαίνει ότι όλοι οι σημερινοί ασφαλισμένοι μπορούν να φύγουν στα 63.
Η επιτροπή συνταξιοδοτικής ασφάλισης υποστηρίζει ότι η απουσία περικοπών συνεπάγεται υψηλότερες συνταξιοδοτικές παροχές που επιβαρύνουν το σύνολο των ασφαλισμένων. Ο Friedrich Merz επανέλαβε, σε εκδήλωση της ομοσπονδίας εργοδοτών BDA, ότι δεν θεωρεί δίκαιο ή οικονομικά ανεκτό να αποχωρούν πρόωρα χωρίς περικοπές άνθρωποι που παραμένουν υγιείς και ικανοί να εργαστούν.
Απέναντι σε αυτή τη θέση βρίσκεται το SPD, που ζητά τουλάχιστον εξαιρέσεις για ιδιαίτερα δύσκολες περιπτώσεις. Ο Alexander Schweitzer είχε επικρίνει τον Σεπτέμβριο τις εισηγήσεις, υποστηρίζοντας ότι οι εργαζόμενοι κινδυνεύουν να λάβουν λιγότερα από όσα έχουν κατοχυρώσει με την εργασία τους. Τότε υπολόγιζε σε αλλαγές κατά τη συζήτηση στη Βουλή. Ως υπουργός πλέον πρέπει ο ίδιος να επεξεργαστεί τη νομοθετική λύση.
Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στους Σοσιαλδημοκράτες. Ο πρωθυπουργός της Σαξονίας Michael Kretschmer (CDU) έχει προειδοποιήσει ότι οι διαφορετικές επαγγελματικές διαδρομές και οι χαμηλότερες συντάξεις στην ανατολική Γερμανία κάνουν μια τέτοια αλλαγή ιδιαίτερα ευαίσθητη. Αντίστοιχη θέση έχουν εκφράσει οι Sven Schulze από τη Σαξονία-Άνχαλτ και Mario Voigt από τη Θουριγγία, επίσης από το CDU. Η κεντρική ηγεσία του κόμματος, πάντως, επιμένει στην κατάργηση.
Τι μπορεί να αλλάξει για όσους εργάζονται με Minijob
Το δεύτερο μέτωπο αφορά τις μικρής έκτασης μορφές απασχόλησης, γνωστές ως Minijobs. Με το ισχύον καθεστώς, οι εργαζόμενοι υπάγονται καταρχήν στη συνταξιοδοτική ασφάλιση, αλλά μπορούν να ζητήσουν απαλλαγή από τη δική τους υποχρέωση εισφοράς. Η επιτροπή προτείνει να καταργηθεί αυτή η δυνατότητα επιλογής, με εξαίρεση τους μαθητές.
Η πρόταση πηγαίνει ακόμη παραπέρα: προβλέπει την κατάργηση του ιδιαίτερου φορολογικού και ασφαλιστικού καθεστώτος των Minijobs, ώστε να αντιμετωπίζονται περισσότερο όπως άλλες σχέσεις εργασίας. Η επιτροπή θεωρεί ότι η μακροχρόνια παραμονή σε θέσεις με περιορισμένη κοινωνικοασφαλιστική προστασία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο φτώχειας, ιδιαίτερα για τις γυναίκες.
Τμήματα της Χριστιανικής Ένωσης CDU/CSU αντιτίθενται στην ουσιαστική κατάργηση της σημερινής μορφής των Minijobs. Ο επικεφαλής του CSU Markus Söder είχε ήδη ασκήσει κριτική στην πρόταση. Για όσους εργάζονται με αυτό το καθεστώς, το ζήτημα δεν είναι μόνο η συνταξιοδοτική εισφορά, αλλά συνολικά η μορφή απασχόλησης και η ασφαλιστική μεταχείρισή της. Καμία από τις προτεινόμενες αλλαγές δεν έχει ακόμη θεσπιστεί στο πλαίσιο της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης.
Μερική συνταξιοδότηση από τα 58 αντί για τα 55
Ανοιχτές παραμένουν και οι εισηγήσεις για την Altersteilzeit, τη δυνατότητα μείωσης του χρόνου εργασίας κατά την περίοδο πριν από την πλήρη συνταξιοδότηση. Σήμερα το σχετικό ηλικιακό όριο είναι τα 55 έτη. Η επιτροπή προτείνει να αυξηθεί στα 58 και στη συνέχεια να συνδέεται με το γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης.
Επιπλέον, ζητεί την κατάργηση του λεγόμενου Blockmodell. Με αυτό το μοντέλο, ο εργαζόμενος συνεχίζει αρχικά να εργάζεται με πλήρες ωράριο και στη δεύτερη φάση δεν παρέχει εργασία, στο πλαίσιο της συμφωνημένης μερικής συνταξιοδότησης. Η επιτροπή προκρίνει την απομάκρυνση από αυτή την εναλλαγή, αλλά το θέμα παραμένει ανοιχτό στις κυβερνητικές διαπραγματεύσεις.
Οι προθεσμίες που θέτει ο καγκελάριος
Η αλλαγή στην ηγεσία του υπουργείου Εργασίας ήρθε μετά την ανακοίνωση παραίτησης της Bärbel Bas τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026, με τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση να έχει αποτελέσει βασικό πεδίο κριτικής εναντίον της. Ο διάδοχός της καλείται να προωθήσει ένα νομοσχέδιο για το οποίο δεν υπάρχει ακόμη οριστικό κείμενο.
Ο καγκελάριος Friedrich Merz ζητά ταχύτητα: σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που επανέλαβε στην εκδήλωση της BDA, ο στόχος είναι το υπουργικό συμβούλιο να εγκρίνει το νομοσχέδιο έως το τέλος του 2026 και η Bundestag να το ψηφίσει το πρώτο τρίμηνο του 2027. Μέχρι να υπάρξει τελικό κείμενο και κοινοβουλευτική απόφαση, οι τρεις επίμαχες αλλαγές παραμένουν προτάσεις και όχι νέοι κανόνες για τους ασφαλισμένους.