Ουάσινγκτον – Το αμερικανικό Πεντάγωνο ανακοίνωσε επισήμως τη σημαντική μείωση του στρατιωτικού του αποτυπώματος στην Ευρώπη, επιβεβαιώνοντας την απόσυρση περίπου 5.000 στρατιωτών από τη Γερμανία.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη, η οποία προβλέπεται να ολοκληρωθεί μέσα στους επόμενους έξι έως δώδεκα μήνες, σύμφωνα με τις δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου Άμυνας, Σον Παρνέλ, αντιστοιχεί σχεδόν στο 15% των συνολικών αμερικανικών δυνάμεων που σταθμεύουν στη χώρα.
Τα επίσημα στοιχεία, τα οποία καταγράφηκαν στο τέλος του 2025, έδειχναν περισσότερους από 36.000 Αμερικανούς στρατιωτικούς σε γερμανικό έδαφος.
Η στρατηγική αυτή απόφαση λαμβάνει χώρα εν μέσω μιας σφοδρής πολιτικής σύγκρουσης ανάμεσα στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και τον Γερμανό καγκελάριο, Φρίντριχ Μερτς.
Η διπλωματική τριβή κορυφώθηκε όταν ο Ευρωπαίος ηγέτης άσκησε δριμεία κριτική στην προσέγγιση της Ουάσινγκτον απέναντι στη Μέση Ανατολή, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική διοίκηση στερείται στρατηγικής στο ζήτημα του Ιράν και υφίσταται ταπείνωση από την Τεχεράνη.
Η απάντηση του Λευκού Οίκου υπήρξε άμεση και οργισμένη.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αντέτεινε δημοσίως ότι ο Γερμανός καγκελάριος αδιαφορεί για το ενδεχόμενο απόκτησης πυρηνικού οπλοστασίου από το Ιράν, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι δεν αντιλαμβάνεται το βάρος των όσων δηλώνει.
Λίγες ώρες μετά από αυτή τη σκληρή ανταλλαγή πυρών, επιβεβαιώθηκε η πρόθεση για επανεξέταση και πιθανή συρρίκνωση της στρατιωτικής παρουσίας στη Γερμανία, μια διαδικασία που πλέον επικυρώθηκε από την ηγεσία του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ.
Οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο και οι γεωστρατηγικές ανησυχίες
Η απόφαση πυροδότησε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, με τους Δημοκρατικούς να αμφισβητούν ανοιχτά τους χειρισμούς της κυβέρνησης, προειδοποιώντας για τις ευρύτερες επιπτώσεις στη διεθνή ασφάλεια.
Η γερουσιαστής Τζιν Σαχίν υπογράμμισε την απόλυτη ανάγκη διατήρησης ενός αρραγούς μετώπου με τα συμμαχικά κράτη, επισημαίνοντας τον κίνδυνο υπονόμευσης των αμοιβαίων συμφερόντων ασφαλείας εξαιτίας μικροπρεπών προστριβών.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο γερουσιαστής Τζακ Ριντ ζήτησε την άμεση ανάκληση της κίνησης, χαρακτηρίζοντάς την ως ένα ιδιαίτερα σοβαρό λάθος.
Όπως εξήγησε, η υποβάθμιση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο, σε μια χρονική συγκυρία όπου οι ρωσικές επιθετικές ενέργειες στην Ουκρανία συνεχίζονται αμείωτες και η πίεση στα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ παραμένει υψηλή, λειτουργεί επί της ουσίας ως ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα για τον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Ο Δημοκρατικός αξιωματούχος συμπλήρωσε πως παρόμοιες ενέργειες εκπέμπουν το μήνυμα ότι οι αμερικανικές δεσμεύσεις απέναντι στους συμμάχους εξαρτώνται αποκλειστικά από τις διαθέσεις του προέδρου.
Παρά τον προγραμματισμένο περιορισμό του προσωπικού, οι κρίσιμες λειτουργίες υποστήριξης αναμένεται να παραμείνουν ανέπαφες.
Ειδικότερα, η μεταφορά των τραυματιών από το ιρανικό μέτωπο προς τις ιατρικές εγκαταστάσεις της Γερμανίας θα συνεχιστεί κανονικά, καθώς η στρατιωτική βάση του Λάντσμπουλ διατηρεί τον ρόλο του μεγαλύτερου αμερικανικού νοσοκομείου εκτός των συνόρων των ΗΠΑ.
Σε θεσμικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση τοποθετήθηκε την Πέμπτη, ξεκαθαρίζοντας ότι η ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη εξυπηρετεί ταυτόχρονα και τα παγκόσμια στρατηγικά συμφέροντα της ίδιας της Ουάσινγκτον.
Ο εμπορικός πόλεμος και οι πιέσεις προς τα κράτη του ΝΑΤΟ
Το ρήγμα στις διπλωματικές σχέσεις επεκτείνεται ραγδαία και στον οικονομικό τομέα.
Σε μια παράλληλη κίνηση που στοχεύει ευθέως την ευρωπαϊκή οικονομία, ο Αμερικανός πρόεδρος προανήγγειλε την άμεση επιβολή αυξημένων δασμών στα εισαγόμενα οχήματα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ορίζοντας τον συντελεστή στο 25% από την ερχόμενη εβδομάδα.
Αυτή η επιθετική εμπορική στάση αποτυπώνει τη βαθιά δυσαρέσκεια του Λευκού Οίκου προς τους Ευρωπαίους συμμάχους, εξαιτίας της απροθυμίας τους να συμμετάσχουν ενεργά στις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.
Η αμερικανική κυβέρνηση καταλογίζει στην Ευρώπη απουσία επιμελητειακής και στρατιωτικής συνδρομής κατά τη διάρκεια της κοινής ισραηλινοαμερικανικής επίθεσης εναντίον του Ιράν.
Επιπρόσθετα, αιχμή του δόρατος αποτελεί η ευρωπαϊκή διστακτικότητα όσον αφορά τη διασφάλιση της ομαλής ναυσιπλοΐας στο στρατηγικής σημασίας Στενό του Ορμούζ, το οποίο έχει τεθεί υπό τον ουσιαστικό αποκλεισμό της Τεχεράνης.
Τις τελευταίες εβδομάδες, η ρητορική του Ρεπουμπλικάνου προέδρου έχει σκληρύνει αισθητά απέναντι στα ευρωπαϊκά κράτη, κατηγορώντας τα για συστηματική υποεπένδυση στις δικές τους αμυντικές δομές και στο ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με την αμερικανική οπτική, αυτή η στάση έχει δημιουργήσει μια μη βιώσιμη εξάρτηση από την αμερικανική στρατιωτική προστασία, με τον πρόεδρο να επαναφέρει τακτικά την απειλή της πλήρους αποχώρησης από τη Βορειοατλαντική Συμμαχία.
Παρόλα αυτά, σύμφωνα με εκτιμήσεις που μεταδίδει ο γερμανικός τύπος, ο άμεσος αντίκτυπος στην ευρωπαϊκή ασφάλεια ενδέχεται να είναι περιορισμένος.
Ο βασικός λόγος έγκειται στο γεγονός ότι τα περισσότερα συμμαχικά κράτη του ΝΑΤΟ έχουν ήδη επιταχύνει τις αμυντικές τους δαπάνες, ενισχύοντας αυτόνομα τις επιχειρησιακές δυνατότητες των δικών τους ενόπλων δυνάμεων.
Το ντόμινο των αποχωρήσεων και η αλλαγή δόγματος του Λευκού Οίκου
Η αναπροσαρμογή της αμερικανικής στρατιωτικής στρατηγικής δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη γερμανική επικράτεια.
Η τρέχουσα πολιτική της Ουάσινγκτον προσανατολίζεται ολοένα και περισσότερο προς την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, σε συνδυασμό με την επανατοποθέτηση δυνάμεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Σε πλήρη εναρμόνιση με αυτή τη νέα παγκόσμια γεωστρατηγική θεώρηση, ο Λευκός Οίκος εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να μειώσει τον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων που βρίσκονται αναπτυγμένα και σε άλλες συμμαχικές χώρες της Ευρώπης, βάζοντας στο κάδρο την Ιταλία και την Ισπανία.
Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος κλήθηκε να τοποθετηθεί για την πιθανότητα επέκτασης των αποχωρήσεων στις συγκεκριμένες μεσογειακές χώρες, επιβεβαίωσε ξεκάθαρα τις προθέσεις του, διερωτώμενος ρητορικά για ποιον λόγο να μην προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια.
Επέκρινε μάλιστα ευθέως τα δύο κράτη για την έλλειψη ουσιαστικής βοήθειας, περιγράφοντας τη στάση της Ισπανίας ως απολύτως απαράδεκτη και σημειώνοντας πως η Ιταλία δεν προσέφερε καμία απολύτως συνδρομή.
Βάσει της επίσημης καταμέτρησης που είχε ολοκληρωθεί στα τέλη του 2025, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διατηρούσαν 12.662 μέλη στην ιταλική χερσόνησο και 3.814 στρατιωτικούς στην ισπανική επικράτεια.
Το μπαράζ αυτών των αποφάσεων αναδεικνύει μια δομική αλλαγή στο εξωτερικό δόγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες πλέον απαιτούν άμεση και πρακτική υποστήριξη από τους ιστορικούς τους συμμάχους, συνδέοντας άμεσα τις δεσμεύσεις ασφαλείας με την έμπρακτη συμμετοχή στα διεθνή πολεμικά μέτωπα.