Γερμανία – Σε ισχύ τέθηκε από τα μεσάνυχτα το πολυαναμενόμενο μέτρο της γερμανικής κυβέρνησης για τη μείωση του ενεργειακού φόρου στα καύσιμα, με τον αρχικό σχεδιασμό να προβλέπει έκπτωση της τάξης των 17 σεντς ανά λίτρο.
Η συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση, η οποία υπερψηφίστηκε την προηγούμενη εβδομάδα από το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο της χώρας, θεσπίστηκε με ξεκάθαρο στόχο να δημιουργήσει ένα προστατευτικό ανάχωμα για τους πολίτες.
Η ανάγκη για κρατική παρέμβαση κρίθηκε επιτακτική μετά την κατακόρυφη έκρηξη των τιμών στα πετρελαιοειδή, η οποία πυροδοτήθηκε από τη συνεχιζόμενη κρίση και την αστάθεια στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της σημερινής ημέρας, η εικόνα που διαμορφώθηκε στα πρατήρια υγρών καυσίμων φάνηκε να δικαιώνει τις προσδοκίες, με τις τιμές να υποχωρούν πρόσκαιρα κάτω από το ψυχολογικό όριο των δύο ευρώ ανά λίτρο.
Στις οκτώ το πρωί, τα πρώτα καταγεγραμμένα δεδομένα έδειχναν ξεκάθαρη αποκλιμάκωση.
Η μέση τιμή σε εθνικό επίπεδο για την αμόλυβδη βενζίνη τύπου Super E10 διαμορφώθηκε στο 1,976 ευρώ ανά λίτρο, όντας μειωμένη κατά 10 σεντς σε σύγκριση με τα επίπεδα της χθεσινής ημέρας.
Παράλληλη ήταν η πορεία και στο ντίζελ κίνησης, όπου η μέση τιμή κατέγραψε αξιοσημείωτη πτώση της τάξης των 10,4 σεντς, υποχωρώντας στα 2,063 ευρώ ανά λίτρο.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε μια προσωρινή ανακούφιση, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η κυβερνητική απόφαση μεταφράζεται σε άμεσο, χειροπιαστό όφελος.
Η γρήγορη αναστροφή των τιμών από τις εταιρείες
Η αρχική αισιοδοξία αποδείχθηκε ωστόσο εξαιρετικά βραχύβια, καθώς η πτωτική πορεία των τιμών ανεκόπη απότομα μόλις λίγες ώρες αργότερα.
Ακριβώς στις δώδεκα το μεσημέρι, οι εταιρείες εμπορίας καυσίμων προχώρησαν σε άμεσες αναπροσαρμογές, αλλάζοντας ριζικά το σκηνικό στις αντλίες.
Εκμεταλλευόμενες το δικαίωμα της επιτρεπόμενης, εφάπαξ ημερησίως αύξησης των τιμών, οι πετρελαϊκές εταιρείες επέστρεψαν ταχύτατα σε υψηλότερα επίπεδα χρέωσης, περιορίζοντας σε σημαντικό βαθμό το συνολικό κέρδος για τους τελικούς καταναλωτές.
Με αυτόν τον τρόπο, η προβλεπόμενη κρατική έκπτωση δεν μετακυλίστηκε στο σύνολό της, ακυρώνοντας εν μέρει τον αρχικό σχεδιασμό του μέτρου.
Τα αναλυτικά στοιχεία που δημοσιοποίησε η Γερμανική Λέσχη Αυτοκινήτου, ευρύτερα γνωστή ως ADAC, αποτυπώνουν το μέγεθος της μεταβολής.
Μέσα σε διάστημα ελάχιστων λεπτών, η μέση τιμή για τη βενζίνη Super E10 παρουσίασε πανεθνική αύξηση της τάξης των 12,1 σεντς, σκαρφαλώνοντας εκ νέου στα 2,076 ευρώ ανά λίτρο.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η επιβάρυνση που καταγράφηκε στην αγορά του ντίζελ, το οποίο δέχθηκε ανατίμηση κατά 13,3 σεντς, διαμορφώνοντας την τελική μέση τιμή του στα 2,177 ευρώ ανά λίτρο.
Η απότομη αυτή μεταβολή εξαφάνισε το πρωινό κέρδος και επανέφερε τον προβληματισμό σχετικά με την εμπορική πολιτική στα πρατήρια.
Οι αντιδράσεις και η εκτίμηση για τις επόμενες ημέρες
Η συγκεκριμένη πρακτική προκάλεσε την άμεση και έντονη αντίδραση των εκπροσώπων των καταναλωτών και της αγοράς.
Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση της ADAC, οι πετρελαϊκές εταιρείες φαίνεται πως αξιοποιούν τη συγκυρία προκειμένου να αντισταθμίσουν για ακόμη μία φορά τους εμπορικούς τους κινδύνους.
Η Λέσχη υπογραμμίζει με κατηγορηματικό τρόπο ότι το ήδη υπερβολικό ύψος των τιμών στη λιανική, σε συνδυασμό με την επιπλέον μείωση του ενεργειακού φόρου, αφήνει σημαντικό και ρεαλιστικό περιθώριο για πραγματική μείωση των τιμών στα πρατήρια.
Στο πλαίσιο αυτό, η αυξητική τάση που εκδηλώθηκε το μεσημέρι χαρακτηρίζεται ως απολύτως αδικαιολόγητη.
Ωστόσο, η ίδια η ADAC διατηρεί την προσδοκία ότι το οικονομικό κέρδος από την κρατική έκπτωση θα αρχίσει να μετακυλίεται σταδιακά στους καταναλωτές κατά τη διάρκεια του ερχόμενου Σαββατοκύριακου.
Ενστάσεις για τη στάση του κλάδου διατυπώνονται και από την επιστημονική κοινότητα, καθώς οι κινήσεις των εταιρειών μπαίνουν στο μικροσκόπιο των αναλυτών.
Ο Μανουέλ Φρόντελ, οικονομολόγος με εξειδίκευση σε θέματα ενέργειας από το Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών Leibnitz, δήλωσε έκπληκτος από την εξαιρετικά αργή μετακύλιση του οφέλους.
Όπως εξήγησε, η ισχυρή προσοχή που δίνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στο ζήτημα αυτό το διάστημα, καθιστά ασύμφορη μια τέτοια εμπορική διαχείριση από τις μεγάλες εταιρείες.
Καταλήγοντας, σημείωσε ότι ειδικά τα πρώτα εικοσιτετράωρα της εφαρμογής του μέτρου, είναι πάρα πολύ δύσκολο να εξηγηθεί μια απλώς μερική μετακύλιση της έκπτωσης από την πλευρά των πετρελαϊκών.