Βερολίνο – Η Ryanair αποφάσισε να κλείσει τη βάση της στο αεροδρόμιο BER, μεταφέροντας επτά αεροσκάφη στο εξωτερικό. Μαζί τους θα φύγουν πιλότοι και προσωπικό καμπίνας, με αποτέλεσμα να χαθούν 210 θέσεις εργασίας στον αερολιμένα της γερμανικής πρωτεύουσας. Η εταιρεία επικαλείται το υψηλό λειτουργικό κόστος, ενώ το BER παραμένει αντιμέτωπο με ζημιές και αυξανόμενο χρέος.
Το κλείσιμο της βάσης δεν σημαίνει πλήρη αποχώρηση της Ryanair από το Βερολίνο. Η αεροπορική εταιρεία θα συνεχίσει να εκτελεί ορισμένες απευθείας πτήσεις, αλλά η ετήσια προσφερόμενη χωρητικότητά της στο BER θα μειωθεί από 4,5 εκατομμύρια σε 2,2 εκατομμύρια επιβατικές θέσεις. Σε αρκετά δρομολόγια θα περιοριστεί η συχνότητα, ενώ οι συνδέσεις με Fuerteventura, Gran Canaria και Lanzarote θα καταργηθούν.
Ο αρμόδιος για τη Γερμανία διευθυντής της Ryanair, Marcel Pouchain Meyer, εξήγησε ότι τα επτά αεροπλάνα θα διανυκτερεύουν πλέον αλλού, όπως και ότι η νυχτερινή συντήρησή τους θα πραγματοποιείται εκτός Γερμανίας. Ως παραδείγματα χωρών με χαμηλότερο κόστος πτήσεων ανέφερε τη Σουηδία, την Ιταλία, τη Σλοβακία και την Πολωνία.
Οι χρεώσεις που οδήγησαν στη ρήξη
Η Ryanair διαμαρτύρεται εδώ και χρόνια για τους φόρους και τα τέλη του γερμανικού αεροπορικού κλάδου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, από το 2019 ο φόρος αεροπορικών μεταφορών και τα τέλη ασφαλείας έχουν διπλασιαστεί, ενώ οι χρεώσεις ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας έχουν υπερτριπλασιαστεί.
Ειδικά στο BER, τα τέλη χρήσης του αεροδρομίου έχουν αυξηθεί κατά 50%, με τη διοίκηση να έχει ανακοινώσει επιπλέον αύξηση 10% έως το 2029. Η εταιρεία θεωρεί ότι τα αεροδρόμια μπορούν να περιορίσουν αυτές τις χρεώσεις και προτιμά μικρότερους αερολιμένες, που συνήθως είναι φθηνότεροι.
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ver.di και Vereinigung Cockpit έθεσαν, πάντως, ένα διαφορετικό ενδεχόμενο: η απόφαση να συνδέεται και με τη σύσταση, πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, του μοναδικού συμβουλίου εργαζομένων σε βάση της Ryanair στη Γερμανία. Ο Dennis Dacke της ver.di αναγνώρισε ρητά ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για τέτοια σύνδεση. Η Ryanair την αρνείται και επαναλαμβάνει ότι η απόφασή της οφείλεται στο κόστος.
Το ακριβό παρελθόν και οι προβλέψεις του BER
Το BER σχεδιάστηκε ως μεγάλος αεροπορικός κόμβος, όμως άνοιξε μόλις το 2020, εννέα χρόνια μετά την προγραμματισμένη έναρξη λειτουργίας του το 2011. Ο αρχικός προϋπολογισμός κατασκευής, ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ το 2006, ξεπέρασε τελικά τα 7 δισ. ευρώ. Η μεγάλη επιβάρυνση καθιστά δύσκολη μια δραστική μείωση των αεροδρομιακών τελών.
Από την έναρξη λειτουργίας του το αεροδρόμιο καταγράφει ζημιές κάθε χρόνο. Παρότι αυτές περιορίζονται σταδιακά, το συνολικό χρέος συνεχίζει να αυξάνεται, ενισχύοντας την ανάγκη για έσοδα από επιβάτες και αεροπορικές εταιρείες.
Οι προβλέψεις για την κίνηση δεν έχουν επιβεβαιώσει τον παλαιότερο αισιόδοξο σχεδιασμό. Τον Μάρτιο του 2022 το Βερολίνο μιλούσε για δυνατότητα εξυπηρέτησης έως 58 εκατομμυρίων επιβατών ετησίως μέχρι το 2040, όταν τότε ο αριθμός των ταξιδιωτών ήταν κάτω από 20 εκατομμύρια, εν μέρει λόγω της πανδημίας. Στις αρχές του 2026 η διοίκηση περίμενε 26,5 έως 27 εκατομμύρια επιβάτες για το έτος, αλλά μετά τη μείωση της κίνησης στο πρώτο εξάμηνο η εκτίμηση υποχώρησε στα 25,7 εκατομμύρια.
Ο BER ανακοίνωσε ότι η Wizz Air και η Eurowings επεκτείνουν το δίκτυό τους, όμως οι νέες πτήσεις είχαν σχεδιαστεί ανεξάρτητα από τις περικοπές της Ryanair και κατευθύνονται σε άλλους προορισμούς. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για άμεση αντικατάσταση των συνδέσεων που χάνονται.
Στις 23 Οκτωβρίου έγινε επίσης γνωστό ότι δεν θα προχωρήσει η σχεδιαζόμενη συνεργασία με την Emirates και η εταιρεία δεν θα ξεκινήσει πτήσεις προς το BER, παρά την προηγούμενη συμφωνία. Ο Pouchain Meyer έχει προτείνει διαγραφή μέρους του χρέους ως τρόπο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, χωρίς όμως να υπάρχει σχετικό σχέδιο από τους δημόσιους μετόχους — τα κρατίδια Βερολίνο και Βρανδεμβούργο και το ομοσπονδιακό κράτος. Η διοίκηση του αεροδρομίου επιμένει στον στόχο να επιτύχει ισοσκελισμένο αποτέλεσμα σε επίπεδο ομίλου το αργότερο έως το 2030.