Γερμανία – Η προοπτική μιας ένοπλης σύγκρουσης ανάμεσα στη Ρωσία και το ΝΑΤΟ αναλύεται υπό ένα νέο, ανησυχητικό πρίσμα, με επίκεντρο το ενδεχόμενο μιας πρόωρης κλιμάκωσης από την πλευρά της Μόσχας.
Ο Κάρλο Μασάλα, διακεκριμένος στρατιωτικός εμπειρογνώμονας, συγγραφέας και καθηγητής διεθνούς πολιτικής στο Πανεπιστήμιο των Ενόπλων Δυνάμεων στο Μόναχο, εκτιμά ότι μια ρωσική στρατιωτική επιχείρηση όχι μόνο είναι αναμενόμενη, αλλά ενδέχεται να εκδηλωθεί πολύ νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα του 2029, στο οποίο βασίζεται σήμερα ο ευρωατλαντικός αμυντικός σχεδιασμός.
Μιλώντας σε γερμανικό μέσο ενημέρωσης, ο αναλυτής, ο οποίος παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Άμυνας μέσω του Ινστιτούτου Metis, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την τρέχουσα ελλιπή ετοιμότητα της χώρας μπροστά σε μια άμεση απειλή.
Ο κίνδυνος του στρατηγικού αιφνιδιασμού
Σύμφωνα με την ανάλυση του εμπειρογνώμονα, η εστίαση της δυτικής συμμαχίας στη διετία 2029-2030 ως πιθανό χρονικό ορίζοντα μιας αναμέτρησης ενέχει σοβαρά ρίσκα.
Εξετάζοντας τα δεδομένα από την οπτική γωνία της ρωσικής ηγεσίας, επισημαίνεται ότι η λογική υπαγορεύει την εκδήλωση μιας στρατιωτικής κίνησης ακριβώς τη στιγμή που τα ευρωατλαντικά κράτη δεν την περιμένουν και δεν είναι προετοιμασμένα να την αντιμετωπίσουν.
Ο στρατηγικός αιφνιδιασμός αποτελεί, άλλωστε, μια από τις θεμελιώδεις αρχές των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Συνεπώς, η εκτίμηση είναι ότι η ρωσική πλευρά θα επιδιώξει να κινηθεί νωρίτερα από το προβλεπόμενο, εκμεταλλευόμενη το χρονικό παράθυρο και το κενό ετοιμότητας που καταγράφεται σήμερα στη συμμαχία.
Ελλείψεις και καθυστερήσεις στον εξοπλισμό του στρατού
Το άμεσο πρόβλημα που αναδεικνύεται αφορά την πλήρη αδυναμία των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων να ανταποκριθούν σε μια κρίση που θα μπορούσε να ξεσπάσει ακόμη και αύριο.
Ο γερμανικός στρατός αντιμετωπίζει κρίσιμες ελλείψεις σε βασικά οπλικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό.
Όπως τονίζεται στην τοποθέτηση του αναλυτή, αυτές οι εξοπλιστικές ανάγκες θα μπορούσαν να είχαν καλυφθεί εγκαίρως, ωστόσο δεν δόθηκε η απαιτούμενη προσοχή.
Παράλληλα, διαπιστώνεται ότι οι τρέχουσες αποφάσεις του αρμόδιου υπουργείου δεν εστιάζουν στην ταχεία αναβάθμιση της επιχειρησιακής ικανότητας των στρατευμάτων.
Οι αγορές που πραγματοποιούνται αυτή την περίοδο προσανατολίζονται στην κάλυψη αναγκών από το 2029 και έπειτα, αφήνοντας αναπάντητο το κρίσιμο ερώτημα για το πώς η χώρα θα μπορέσει να αμυνθεί αποτελεσματικά απέναντι σε μια άμεση, καθημερινή απειλή.