Σημαντική μεταστροφή στην αντίληψη της ρωσικής κοινωνίας απέναντι στη Δύση και ειδικότερα στη Γερμανία καταγράφει νέα έρευνα, η οποία αποκαλύπτει πως οι μισοί Ρώσοι πολίτες θεωρούν πλέον τη Γερμανία «εχθρικό κράτος». Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Ρώσος κοινωνιολόγος Λεβ Γκουντκόφ του ανεξάρτητου Κέντρου Levada, το οποίο έχει χαρακτηριστεί από τις ρωσικές αρχές ως «ξένος πράκτορας», η πλειονότητα των πολιτών αισθάνεται περικυκλωμένη από εχθρούς, ενώ παράλληλα υιοθετεί το αφήγημα ότι η Ρωσία είναι το θύμα και όχι ο επιτιθέμενος στη γεωπολιτική σκακιέρα.
Η μελέτη, η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό της Γερμανικής Εταιρείας Ζαχάρωφ (Deutsche Sacharow-Gesellschaft), ανέλυσε τις απόψεις άνω των 1.600 ερωτηθέντων μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία. Τα ευρήματα δείχνουν μια βαθιά εδραιωμένη «στρατιωτικοποίηση της συνείδησης», όπως τη χαρακτήρισε ο Γκουντκόφ, επισημαίνοντας πως στα 30 και πλέον χρόνια από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσία έχει περάσει μόλις έξι χρόνια χωρίς να εμπλέκεται σε κάποια πολεμική σύγκρουση.
Ο χάρτης των «εχθρών» και των «φίλων»
Στην κατάταξη των χωρών που οι Ρώσοι αντιλαμβάνονται ως απειλή, την πρώτη θέση καταλαμβάνουν η Πολωνία και η Λιθουανία, με το 62% των ερωτηθέντων να τις χαρακτηρίζει εχθρικές. Ακολουθεί η Μεγάλη Βρετανία με 57%, ενώ η Γερμανία βρίσκεται πλέον στο 50%. Τη λίστα συμπληρώνει η Σουηδία με ποσοστό 40%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες αξιολογούνται κυρίως ως «ανταγωνιστής» (53%) και λιγότερο ως άμεσος εχθρός, μια αλλαγή που συνδέεται με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ουάσιγκτον.
Στον αντίποδα, όταν οι πολίτες κλήθηκαν να κατονομάσουν πέντε φιλικά προσκείμενες χώρες, οι απαντήσεις εστίασαν κυρίως σε κράτη με αυταρχικά καθεστώτα. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν η Λευκορωσία, η Κίνα, το Καζακστάν και η Βόρεια Κορέα, με την Ινδία να αποτελεί τη μοναδική δημοκρατική εξαίρεση σε αυτή την ομάδα «φίλων».
Ο παράγοντας Τραμπ και η πεποίθηση περί νίκης
Η εικόνα των ΗΠΑ στη ρωσική κοινή γνώμη παρουσιάζει διακυμάνσεις τα τελευταία χρόνια. Ενώ κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζο Μπάιντεν το κλίμα ήταν αρνητικό λόγω της στήριξης προς την Ουκρανία, η ανάληψη της εξουσίας από τον Ντόναλντ Τραμπ έφερε μια βελτίωση, καθώς συνδέθηκε με την υπόσχεση για γρήγορο τερματισμό του πολέμου. Ο Λεβ Γκουντκόφ εξήγησε ότι «οι άνθρωπο έχουν κουραστεί από τον πόλεμο» και έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στον Τραμπ, θεωρώντας δεδομένο ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν πρόκειται να σταματήσει τις εχθροπραξίες.
Ωστόσο, αυτή η επιθυμία για ειρήνη δεν μεταφράζεται σε διάθεση για συμβιβασμούς. Οι Ρώσοι πολίτες εμφανίζονται πεπεισμένοι ότι η Ουκρανία τελικά θα εγκαταλείψει τον αγώνα και θα συνθηκολογήσει. Το αφήγημα που κυριαρχεί είναι πως ο πόλεμος επιβλήθηκε στη Ρωσία από τη Δύση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1998, μόνο το 36% των Ρώσων συμφωνούσε με την άποψη ότι «η Ρωσία δεν υπήρξε ποτέ επιτιθέμενος ή εμπνευστής συγκρούσεων». Το 2024, και ενώ η εισβολή στην Ουκρανία βρισκόταν ήδη στο δεύτερο έτος της, το ποσοστό αυτό εκτοξεύτηκε στο 65%, αποδεικνύοντας την αποτελεσματικότητα της κρατικής προπαγάνδας.
