Γερμανία – Η πρόσφατη εμπορική ένταση μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ, με φόντο τη διαμάχη για τη Γροιλανδία και τις απειλές δασμών, επανέφερε δυναμικά στο προσκήνιο της γερμανικής πολιτικής σκηνής ένα ακανθώδες ζήτημα: τη φορολόγηση των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών. Παρόλο που η άμεση εφαρμογή δασμών αποφεύχθηκε προσωρινά, η συζήτηση για την επιβολή ψηφιακού φόρου έχει ανοίξει για τα καλά στο Βερολίνο, με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να ζητήσει μεγαλύτερο μερίδιο από τα τεράστια κέρδη που παράγονται επί γερμανικού εδάφους.
Τα οικονομικά μεγέθη είναι ιλιγγιώδη. Σύμφωνα με στοιχεία της δεξαμενής σκέψης Agora Digitale Transformation, ο τζίρος της ψηφιακής διαφήμισης στην Ευρώπη αγγίζει τα 120 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η αγορά του Cloud υπολογίζεται σε πάνω από 150 δισεκατομμύρια δολάρια για το 2024. Ο Stefan Heumann, διευθύνων σύμβουλος της Agora, επισημαίνει πως οι αμερικανικές εταιρείες εξαρτώνται από τα ευρωπαϊκά κέρδη για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις τους στην Τεχνητή Νοημοσύνη, ωστόσο τα έσοδα αυτά παραμένουν ουσιαστικά αφορολόγητα λόγω του απαρχαιωμένου φορολογικού πλαισίου που απαιτεί φυσική παρουσία.
Πολιτική βούληση για εθνική παρέμβαση
Ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς (CDU) εμφανίζεται ανοιχτός σε μια αυστηρότερη φορολογική μεταχείριση των ψηφιακών πλατφορμών, δηλώνοντας πως η σχετική συζήτηση «δεν έχει ολοκληρωθεί». Τη στάση αυτή συμμερίζεται και ο Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Karsten Wildberger (CDU), ο οποίος αναγνωρίζει την κρισιμότητα της περιόδου. Παράλληλα, ο Υπουργός Επικρατείας για τον Πολιτισμό, Wolfram Weimer (CDU), έχει προτείνει ήδη από πέρυσι ένα εθνικό μοντέλο ψηφιακής εισφοράς, το λεγόμενο «Platform-Soli», το οποίο προβλέπει κράτηση έως και 10% επί των εσόδων, με τα χρήματα να κατευθύνονται στη στήριξη των μέσων ενημέρωσης και του πολιτισμού.
Το σενάριο ενός γερμανικού «σόλο» κερδίζει έδαφος, καθώς οι διαδικασίες σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο (μέσω του ΟΟΣΑ) προχωρούν με αργούς ρυθμούς. Το Υπουργείο Οικονομικών εξετάζει τη νομική φόρμουλα για την εφαρμογή του μέτρου, ακολουθώντας πιθανώς το παράδειγμα της Αυστρίας, η οποία από το 2020 φορολογεί με 5% τα διαφημιστικά έσοδα των μεγάλων πλατφορμών. Υπέρ της άμεσης εφαρμογής τάσσονται και στελέχη των Σοσιαλδημοκρατών (SPD), όπως ο Adis Ahmetovic, κάνοντας λόγο για δίκαιη φορολόγηση στον τόπο όπου παράγεται η αξία.
Το ευρωπαϊκό «όπλο» και οι αντιδράσεις
Πριν την προσωρινή αποκλιμάκωση με την Ουάσιγκτον, η ΕΕ εξέταζε τη χρήση του «Μέσου κατά των Εξαναγκαστικών μέτρων» (Anti-Coercion Instrument), το οποίο θεωρείται το πιο ισχυρό εμπορικό όπλο των Βρυξελλών και επιτρέπει, μεταξύ άλλων, την επιβολή ψηφιακού φόρου ως αντίμετρο. Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία και Πολωνία είχαν ζητήσει από την Επιτροπή να προετοιμάσει το έδαφος, ελπίζοντας ότι η πίεση θα οδηγούσε σε μια ενιαία ευρωπαϊκή λύση.
Ωστόσο, η προοπτική αυτής της επιβάρυνσης δεν βρίσκει τους πάντες σύμφωνους. Το Ινστιτούτο Γερμανών Φορολογουμένων (DSI) προειδοποιεί ότι το κόστος θα μετακυλιστεί τελικά στους καταναλωτές. Στον αντίποδα, αναλυτές όπως ο Stefan Heumann υποστηρίζουν ότι τα περιθώρια κέρδους εταιρειών όπως η Google, η Meta και η Amazon είναι τόσο υψηλά, που καθιστούν απίθανη την άμεση μεταφορά του κόστους στους διαφημιζόμενους πελάτες.
