Γερμανία – Η γεωγραφική τοποθεσία κατοικίας φαίνεται να μετατρέπεται εκ νέου σε καθοριστικό παράγοντα για τη διάρκεια ζωής των πολιτών, καθώς οι ανισότητες στον τομέα της μακροζωίας διευρύνονται σταθερά σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη. Σύμφωνα με τα ευρήματα μιας νέας, εξαιρετικά εκτενούς δημογραφικής ανάλυσης, η οποία διενεργήθηκε από το Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Πληθυσμιακών Ερευνών (BiB) σε άμεση συνεργασία με το αντίστοιχο γαλλικό ινστιτούτο δημογραφικών μελετών, η χώρα αδυνατεί να ακολουθήσει τον ρυθμό των πρωτοπόρων ευρωπαϊκών κρατών. Οι ειδικοί επιστήμονες που υπογράφουν τη μελέτη κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τη στασιμότητα που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, η οποία ανατρέπει τη θετική εικόνα των προηγούμενων δεκαετιών.
Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε έναν τεράστιο όγκο δεδομένων θνησιμότητας, αντλώντας στοιχεία από συνολικά 450 διαφορετικές διοικητικές περιφέρειες σε 13 ευρωπαϊκές χώρες. Η χρονική περίοδος που τέθηκε στο μικροσκόπιο εκτείνεται από το 1992 έως και το 2019, γεγονός που σημαίνει ότι τα αποτελέσματα αποτυπώνουν τις μακροχρόνιες δομικές τάσεις των κοινωνιών, απολύτως ανεπηρέαστα από τις έκτακτες συνθήκες και την υπερβάλλουσα θνησιμότητα που προκάλεσε η μετέπειτα παγκόσμια πανδημία του κορωνοϊού.
Ο συντάκτης της έρευνας, Sebastian Klüsener, αποσαφήνισε τη δυσμενή θέση της χώρας, τονίζοντας ότι κατά τη διάρκεια των εξεταζόμενων ετών καμία απολύτως γερμανική περιοχή δεν κατάφερε να κατακτήσει μια θέση στο κορυφαίο δέκα τοις εκατό της Ευρώπης.
Το τέλος της χρυσής εποχής και η δραματική επιβράδυνση
Η ιστορική αναδρομή στα δημογραφικά στοιχεία αποκαλύπτει δύο εντελώς διαφορετικές ταχύτητες ανάπτυξης. Η περίοδος μεταξύ των ετών 1992 και 2005 χαρακτηρίζεται από τους μελετητές ως μια πραγματική «χρυσή εποχή» για τη δημόσια υγεία.
Σε αυτό το χρονικό διάστημα, το προσδόκιμο ζωής στη Δυτική Ευρώπη κατέγραψε θεαματική άνοδο, με τους άνδρες να κερδίζουν κατά μέσο όρο περίπου τρεισήμισι επιπλέον μήνες ζωής κάθε χρόνο και τις γυναίκες να ενισχύουν τη μακροζωία τους κατά δυόμισι μήνες ετησίως. Αυτή η δυναμική επέτρεψε σε πολλές γεωγραφικές ζώνες, που παραδοσιακά υστερούσαν, να καλύψουν ταχύτατα το χαμένο έδαφος και να συγκλίνουν με τις πιο ανεπτυγμένες περιφέρειες.
Ωστόσο, η εντυπωσιακή αυτή πορεία ανακόπηκε βίαια μετά το 2005. Η θετική τάση της συνεχούς βελτίωσης όχι μόνο δεν διατηρήθηκε, αλλά υπέστη μια εξαιρετικά σοβαρή καθίζηση που διαρκεί μέχρι και σήμερα.
Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το γεγονός ότι κατά τα έτη 2018 και 2019, η μέση ετήσια αύξηση του προσδόκιμου ζωής είχε συρρικνωθεί δραματικά, περιοριζόμενη μόλις στους δύο μήνες για τον ανδρικό πληθυσμό και σε μόλις έναν μήνα για τον γυναικείο πληθυσμό. Αυτή η απότομη επιβράδυνση επανέφερε στο προσκήνιο τις έντονες περιφερειακές ανισότητες, οι οποίες είχαν προσωρινά γεφυρωθεί τα προηγούμενα χρόνια.
Συναγερμός για την παραγωγική ηλικία και τους μεσήλικες
Η βαθύτερη αιτία για αυτή τη στασιμότητα των δεικτών δεν εντοπίζεται στις μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά αντίθετα αφορά τον πυρήνα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Σύμφωνα με την εξήγηση που παρείχε ο κύριος συγγραφέας της μελέτης, Pavel Grigoriev, ο καθοριστικός παράγοντας για το φρενάρισμα της μακροζωίας είναι η εξέλιξη της θνησιμότητας στην κρίσιμη ηλικιακή ομάδα των 55 έως 74 ετών. Τα στατιστικά δεδομένα δείχνουν ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές και γερμανικές περιοχές, η μείωση των θανάτων σε αυτές τις ηλικίες έχει παγώσει πλήρως, ενώ σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις καταγράφεται ακόμη και ανησυχητική αύξηση.
Ο κορυφαίος ερευνητής χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη εξέλιξη ως άκρως ανησυχητική για το μέλλον των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Όπως εξήγησε, πρόκειται για ανθρώπους που βρίσκονται κυριολεκτικά στο απόγειο της ζωής τους, είναι πλήρως ενταγμένοι στην αγορά εργασίας και προσφέρουν τα μέγιστα στην οικονομική παραγωγή.
Η απώλεια αυτού του ανθρώπινου δυναμικού σε τόσο πρώιμο στάδιο δεν ρίχνει απλώς τον εθνικό μέσο όρο του προσδόκιμου ζωής, αλλά επιφέρει βαρύτατα πλήγματα στην κοινωνική συνοχή, στα ασφαλιστικά ταμεία και στον γενικότερο προγραμματισμό των συστημάτων πρόνοιας.
Η εικόνα στο εσωτερικό της χώρας και οι περιφερειακές ανισότητες
Στο εσωτερικό της γερμανικής επικράτειας, οι διακυμάνσεις υπήρξαν εξίσου εντυπωσιακές. Αμέσως μετά την πολιτική επανένωση της χώρας, η περίοδος 1990-2005 χαρακτηρίστηκε από μια ισχυρή σύγκλιση. Τεράστιες εκτάσεις στα ανατολικά κρατίδια βίωσαν μια ραγδαία αναβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, γεγονός που οδήγησε σε κατακόρυφη αύξηση της διάρκειας ζωής των κατοίκων τους. Εντούτοις, η δυναμική αυτή εξαντλήθηκε γρήγορα και, μετά το 2005, η επιβράδυνση χτύπησε οριζόντια σχεδόν όλες τις περιφέρειες του κράτους, αναδεικνύοντας σοβαρές τοπικές αδυναμίες.
Τα αναλυτικά στοιχεία του 2019 είναι αποκαλυπτικά για τη γεωγραφία της θνησιμότητας. Η περιοχή Altmark, που ανήκει διοικητικά στο κρατίδιο Sachsen-Anhalt, κατέγραψε το τρίτο χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής για τους άνδρες ανάμεσα σε όλες τις εξεταζόμενες δυτικοευρωπαϊκές περιφέρειες, ενώ η περιοχή Vorpommern βρέθηκε στην τέταρτη θέση από το τέλος. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην ανατολική πλευρά.
Στο κατώτερο δέκα τοις εκατό της ευρωπαϊκής κατάταξης εντοπίζονται επίσης περιοχές του βορρά και της δύσης. Ενδεικτικά, οι περιοχές Bremerhaven, Emscher-Lippe και Ostfriesland εμφανίζουν απογοητευτικούς δείκτες για τους άνδρες, ενώ για τις γυναίκες, στις χαμηλότερες θέσεις φιγουράρουν οι περιφέρειες Emscher-Lippe, Ostfriesland και το νοτιοδυτικό τμήμα της περιφέρειας Schleswig-Holstein Süd-West.
Ο καθοριστικός ρόλος του καπνίσματος στο γυναικείο πληθυσμό
Η έρευνα εμβαθύνει περαιτέρω στα αίτια αυτής της αρνητικής πρωτιάς, απομονώνοντας συγκεκριμένους συμπεριφορικούς παράγοντες που ευθύνονται για την αυξημένη θνησιμότητα. Ειδικά για τον γυναικείο πληθυσμό, η χαμηλή επίδοση στο προσδόκιμο ζωής συνδέεται άμεσα και αναπόδραστα με τις μακροχρόνιες, καταστροφικές συνέπειες της χρήσης καπνού. Τα ιατρικά αρχεία επιβεβαιώνουν ότι σε αυτές τις περιοχές οι γυναίκες χάνουν τη ζωή τους σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά όχι μόνο από καρκίνο του πνεύμονα, αλλά και από ένα ευρύ φάσμα σοβαρών καρδιαγγειακών νοσημάτων που σχετίζονται άμεσα με την πολύχρονη συνήθεια του καπνίσματος.
Το στοιχείο αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τον ιδιότυπο διχασμό που παρατηρείται στον γερμανικό χάρτη της υγείας. Σύμφωνα με τα ευρήματα των ειδικών, οι κοινωνικές συνήθειες του παρελθόντος διαδραματίζουν σήμερα τον πιο κρίσιμο ρόλο. Ιστορικά, οι γυναίκες που διέμεναν στα νότια και ανατολικά τμήματα της χώρας παρουσίαζαν σημαντικά μικρότερα ποσοστά εξάρτησης από τον καπνό σε σύγκριση με τις γυναίκες στα δυτικά και βόρεια κρατίδια.
Αυτή η διαφοροποίηση στις επιλογές του τρόπου ζωής κατά τις προηγούμενες δεκαετίες εξαργυρώνεται σήμερα με έναν βαρύ φόρο αίματος στις περιοχές όπου το κάπνισμα ήταν πιο διαδεδομένο, ρίχνοντας συνολικά τον εθνικό δείκτη μακροζωίας.