Γερμανία – Η γεωγραφική τοποθεσία κατοικίας φαίνεται να διαδραματίζει ολοένα και πιο καθοριστικό ρόλο στο προσδόκιμο ζωής των Ευρωπαίων πολιτών, σηματοδοτώντας μια αρνητική ανατροπή στα δημογραφικά δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών. Σύμφωνα με μια εκτενή, μακροχρόνια μελέτη που εξέτασε στοιχεία από 450 διαφορετικές περιφέρειες σε 13 χώρες της Δυτικής Ευρώπης για την περίοδο μεταξύ 1992 και 2019, οι περιφερειακές ανισότητες στον τομέα της μακροζωίας όχι μόνο έπαψαν να αμβλύνονται, αλλά αντίθετα διευρύνονται με ταχύτατους ρυθμούς από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και έπειτα.
Η έρευνα, η οποία εκπονήθηκε με τη συνεργασία του Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Πληθυσμιακών Ερευνών (BiB) και του γαλλικού ινστιτούτου δημογραφικών μελετών INED και δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications, ρίχνει φως στις υποκείμενες αιτίες αυτής της στασιμότητας, αναδεικνύοντας τις σοβαρές επιπτώσεις για τη δημόσια υγεία και τα ασφαλιστικά συστήματα πριν καν το ξέσπασμα της πρόσφατης πανδημίας.
Η απόκλιση του ευρωπαϊκού νότου και η γερμανική υστέρηση
Τα αναλυτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι η εθνική μέση τιμή δεν επαρκεί πλέον για την πλήρη κατανόηση της δημογραφικής εξέλιξης, καθώς στο εσωτερικό των χωρών καταγράφονται τεράστιες αποκλίσεις. Ενώ ο γενικός ρυθμός αύξησης του προσδόκιμου ζωής επιβραδύνεται πανευρωπαϊκά, συγκεκριμένες γεωγραφικές ζώνες εξακολουθούν να παρουσιάζουν αξιοσημείωτη δυναμική.
Περιοχές της βόρειας Ιταλίας, ορισμένες περιφέρειες της Ισπανίας και η Ελβετία αποτελούν τους αδιαμφισβήτητους πρωταθλητές, εξασφαλίζοντας στους κατοίκους τους μια ετήσια αύξηση της τάξης των τριών μηνών. Στον αντίποδα αυτής της θετικής εικόνας βρίσκεται η γερμανική επικράτεια, η οποία καταγράφει εξαιρετικά αδύναμες επιδόσεις στον ευρωπαϊκό χάρτη. Παρά την ισχυρή της οικονομία και το εκτεταμένο σύστημα υγείας, η χώρα αδυνατεί να παρακολουθήσει τον ρυθμό των πρωτοπόρων, με τους ερευνητές να διαπιστώνουν ότι απολύτως καμία γερμανική περιφέρεια δεν κατάφερε να ενταχθεί στο κορυφαίο δέκα τοις εκατό της Δυτικής Ευρώπης κατά την εξεταζόμενη περίοδο.
Το τέλος της δημογραφικής άνοιξης και η αλλαγή της τάσης
Η ανάλυση των ιστορικών στοιχείων φέρνει στο προσκήνιο δύο εντελώς διαφορετικές περιόδους δημογραφικής ανάπτυξης. Η δεκαετία που ξεκίνησε το 1992 χαρακτηρίζεται από τους επιστήμονες ως μια «χρυσή εποχή», κατά την οποία η πρόοδος ήταν εντυπωσιακή και οριζόντια. Εκείνη την περίοδο, οι άνδρες κέρδιζαν κατά μέσο όρο περίπου δυόμισι έως τρεισήμισι επιπλέον μήνες ζωής κάθε χρόνο, ενώ οι γυναίκες ενίσχυαν το προσδόκιμό τους κατά δυόμισι μήνες ετησίως.
Το πιο σημαντικό στοιχείο εκείνης της φάσης ήταν ότι οι πιο υποβαθμισμένες περιοχές κάλυπταν γρήγορα το χαμένο έδαφος, μειώνοντας δραστικά την απόσταση από τις προηγμένες περιφέρειες. Το σκηνικό αυτό ανατράπηκε ριζικά μετά το 2005. Ο ετήσιος ρυθμός βελτίωσης κατέρρευσε, αγγίζοντας τα έτη 2018 και 2019 μόλις τους δύο μήνες για τους άνδρες και τον έναν μήνα για τις γυναίκες. Οι περιοχές με παραδοσιακά χαμηλό προσδόκιμο έχασαν τη δυναμική τους, ενώ οι ήδη ανεπτυγμένες ζώνες διατήρησαν σταθερό το προβάδισμά τους, ανοίγοντας εκ νέου την ψαλίδα της ανισότητας.
Ο ρόλος των ηλικιακών ομάδων και το χάσμα ανατολής-δύσης
Η βαθύτερη αιτία για το γενικευμένο φρενάρισμα εντοπίζεται στα ποσοστά θνησιμότητας του πληθυσμού που βρίσκεται στην κρίσιμη ηλικιακή ζώνη μεταξύ 55 και 74 ετών. Ενώ τη δεκαετία του 1990 η θνησιμότητα για τις γυναίκες αυτής της κατηγορίας μειωνόταν κατά 2,1% ετησίως και για τους άνδρες κατά 2%, τα αντίστοιχα νούμερα τη δεκαετία του 2010 συρρικνώθηκαν δραματικά στο 0,7% και 1,2% αντίστοιχα.
Αυτή η στασιμότητα συνδέεται στενά με τον τρόπο ζωής, το κάπνισμα, την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και τις κοινωνικές πιέσεις. Στο εσωτερικό της γερμανικής επικράτειας, η κατάσταση παρουσιάζει ιδιαίτερες διακυμάνσεις.
Τα ανατολικά κρατίδια, τα οποία είχαν σημειώσει ραγδαία πρόοδο μετά την επανένωση καλύπτοντας μεγάλο μέρος της διαφοράς, είδαν την πορεία τους να επιβραδύνεται σημαντικά μετά το 2005. Παράλληλα, περιοχές του βορρά και της δύσης άρχισαν να υστερούν αισθητά. Στις δυτικές περιφέρειες, το φαινόμενο αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στις καθυστερημένες επιπτώσεις της συστηματικής χρήσης καπνού από τον γυναικείο πληθυσμό κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.
Οι επισημάνσεις των μελετητών για τις μελλοντικές προκλήσεις
Στο πλαίσιο της αξιολόγησης των ευρημάτων, τα στελέχη των ερευνητικών ινστιτούτων προχώρησαν σε στοχευμένες παρεμβάσεις, αποφεύγοντας ωστόσο τη διατύπωση απόλυτων αιτιωδών σχέσεων. Ο ερευνητής Pavel Grigoriev ανέλυσε τα δεδομένα επισημαίνοντας πως η θετική πορεία των χωρών του ευρωπαϊκού νότου και της Ελβετίας αποδεικνύει έμπρακτα ότι υπάρχουν ακόμη περιθώρια βελτίωσης στον τομέα της υγείας.
Ο ίδιος εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για τα αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας στα άτομα ηλικίας 55 έως 74 ετών, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για τον ενεργό οικονομικά πληθυσμό και ότι η απώλεια σε αυτό το στάδιο στερεί πολύτιμα έτη ζωής. Παράλληλα, τόνισε την επιτακτική ανάγκη να ενσωματωθεί η παράμετρος της αυξανόμενης περιφερειακής ανισότητας στον σχεδιασμό των μελλοντικών κοινωνικών και υγειονομικών πολιτικών. Από την πλευρά του, ο συντάκτης της μελέτης Sebastian Klüsener επιβεβαίωσε την πλήρη απουσία γερμανικών περιφερειών από τις κορυφαίες θέσεις του ευρωπαϊκού χάρτη καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου εξέτασης, αναδεικνύοντας το μέγεθος της πρόκλησης για τους αρμόδιους φορείς.