Γερμανία – Σε ιστορική αναθεώρηση του κράτους πρόνοιας προχωρά το Βερολίνο, εφαρμόζοντας εκτεταμένο πρόγραμμα περικοπών ύψους 38,3 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2030.
Στόχος της γερμανικής κυβέρνησης, υπό τον Φρίντριχ Μερτς, είναι η χρηματοδότηση των αμυντικών εξοπλισμών της χώρας, επιφέροντας δραστικές μειώσεις στις κοινωνικές δαπάνες, τις συντάξεις και την υγεία.
Η απόφαση αυτή σηματοδοτεί το «ξεπάγωμα» των αμυντικών προϋπολογισμών, το οποίο υλοποιείται εις βάρος των κοινωνικών παροχών, προτάσσοντας την ανάγκη αντιμετώπισης της γεωπολιτικής αστάθειας και της ρωσικής απειλής.
Η συρρίκνωση των κοινωνικών παροχών από τη χώρα που καθιέρωσε το πρώτο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης τον 19ο αιώνα μέσω του Ότο φον Μπίσμαρκ, συνδέεται άμεσα με τη νέα στρατηγική κατεύθυνση, θυμίζοντας ιστορικά την περίοδο εφαρμογής της «Ατζέντας 2010» από τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, η οποία είχε προκαλέσει βαθύτατο διχασμό στη γερμανική κοινωνία.
Το σχέδιο περικοπών και οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό
Όπως προκύπτει από τον σχεδιασμό, η κρατική σύνταξη αναμένεται να μετατραπεί σταδιακά σε ένα μοντέλο απλής βασικής κάλυψης, η οποία δεν θα αρκεί πλέον για τη διατήρηση του μέχρι πρότινος βιοτικού επιπέδου των πολιτών.
Παράλληλα, οι σημαντικές μειώσεις επεκτείνονται στους ευαίσθητους τομείς της δημόσιας υγείας και στα επιδόματα ανεργίας.
Αναλυτές σημειώνουν ότι, ελλείψει ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης ικανής να υποστηρίξει ταυτόχρονα την άμυνα και το κράτος πρόνοιας, το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο ενδέχεται να υποχωρήσει σημαντικά.
Η υποχώρηση των κοινωνικών δικαιωμάτων αναμένεται να οδηγήσει τους πολίτες στην αναζήτηση ιδιωτικών λύσεων για την εξασφάλιση του βιοτικού τους επιπέδου κατά τη διάρκεια των γηρατειών.
Αντίκτυπος στην ευρωπαϊκή οικονομία και ανησυχίες
Το νέο κύμα μεταρρυθμίσεων στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης προκαλεί ήδη έντονο προβληματισμό στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη.
Το γεγονός ότι η Γερμανία, διαθέτοντας δημόσιο χρέος κοντά στο 60% του ΑΕΠ, προχωρά σε τέτοιας κλίμακας περιορισμό του κοινωνικού της μοντέλου, δημιουργεί αποθαρρυντικά μηνύματα για χώρες με σημαντικά υψηλότερο δανεισμό, όπως η Ιταλία και η Ισπανία.
Επιπλέον, η δημογραφική γήρανση και η μαζική συνταξιοδότηση της γενιάς του «baby boom» εκτιμάται ότι θα ασκήσουν πρόσθετη πίεση στα δημόσια οικονομικά ολόκληρης της Ευρωζώνης, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές καταγράφουν αμφιβολίες για τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των κρατικών υποχρεώσεων.