Γερμανία – Σήμα κινδύνου για τη δημόσια υγεία εκπέμπει η Γερμανική Εταιρεία Επείγουσας Ιατρικής (DGINA), καθώς σχεδόν ένα στα δύο τμήματα επειγόντων περιστατικών της χώρας λειτουργεί σε συνθήκες ακραίας υπερφόρτωσης. Η δραματική αυτή κατάσταση, η οποία επιδεινώθηκε σημαντικά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, εγκυμονεί πλέον άμεσους κινδύνους για την ασφάλεια των ασθενών, αναδεικνύοντας την επιτακτική ανάγκη για ριζικές μεταρρυθμίσεις στο σύστημα υγείας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το 45% των τμημάτων επειγόντων κατέγραψε υπερπληρότητα και υπερφόρτωση σε εθνικό επίπεδο.
- Σχεδόν δύο στα τρία νοσοκομεία αναφέρουν κενές, ακάλυπτες θέσεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού.
- Το 5,5% των μονάδων βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο κρίσιμης υπερφόρτωσης, βάσει του δείκτη CEDOC.
Στα «κόκκινα» τα τμήματα επειγόντων περιστατικών
Τα στοιχεία που φέρνει στο φως η παγγερμανική έρευνα της DGINA είναι αποκαλυπτικά για το μέγεθος του προβλήματος που αντιμετωπίζει το σύστημα υγείας. Με βάση την καταγραφή που πραγματοποιήθηκε την 2α Ιουνίου, ποσοστό 45% των τμημάτων δήλωσε ότι βρισκόταν σε καθεστώς εκτεταμένης υπερπληρότητας. Για την αξιολόγηση της κατάστασης χρησιμοποιήθηκε ο διεθνώς αναγνωρισμένος δείκτης μέτρησης CEDOC-Score, ο οποίος αποτυπώνει την πίεση στις δομές υγείας μέσα από μια κλίμακα έξι βαθμίδων.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, περίπου ένα στα τρία τμήματα (31,4%) βρέθηκε στο τέταρτο επίπεδο επιβάρυνσης, ενώ ένα επιπλέον 8% άγγιξε το πέμπτο επίπεδο, αντιμετωπίζοντας σοβαρή κυκλοφοριακή συμφόρηση. Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι το 5,5% των μονάδων κατέγραψε την απόλυτη βαθμίδα κρίσιμης υπερφόρτωσης. Οι εκπρόσωποι της επιστημονικής κοινότητας εκφράζουν τον έντονο προβληματισμό τους, υπενθυμίζοντας ότι σε τέτοιες συνθήκες ακραίας πίεσης, η ιατρική ασφάλεια τίθεται αναπόφευκτα σε κίνδυνο.
Ελλείψεις προσωπικού και κλινών εντείνουν το πρόβλημα
Τα τμήματα επειγόντων περιστατικών στη Γερμανία δέχονται τεράστιο όγκο επισκέψεων, εξυπηρετώντας ετησίως έως και 25 εκατομμύρια ασθενείς. Η ρίζα του προβλήματος συμφόρησης, ωστόσο, δεν εντοπίζεται μόνο στην αυξημένη προσέλευση, αλλά κυρίως στην αδυναμία προώθησης των περιστατικών. Πάνω από το 60% των κλινικών ανέφερε ως κύρια αιτία της υπερφόρτωσης την αδυναμία μεταφοράς των ασθενών σε κανονικούς θαλάμους, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κρεβατιών.
Η κατάσταση επιβαρύνεται δραματικά από την υποστελέχωση. Σχεδόν τα δύο τρίτα των νοσοκομείων που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν ότι υπάρχουν κενές θέσεις τόσο σε ιατρικό όσο και σε νοσηλευτικό προσωπικό. Μόλις το ένα τρίτο των ιδρυμάτων χαρακτήρισε επαρκή την τρέχουσα στελέχωσή του. Τα παραπάνω δεδομένα, σύμφωνα με τους ειδικούς, καθιστούν αδήριτη την ανάγκη για την άμεση προώθηση της σχεδιαζόμενης μεταρρύθμισης στον τομέα της επείγουσας ιατρικής φροντίδας, προκειμένου να αποτραπεί η κατάρρευση του συστήματος.