Γερμανία – Σε μια θεμελιώδη αναθεώρηση της ενεργειακής πολιτικής για τον κτιριακό τομέα προχωρά η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, καταθέτοντας το προσχέδιο του νέου Νόμου για τον Εκσυγχρονισμό των Κτιρίων (GModG), ο οποίος αναμένεται να τεθεί σε ισχύ εντός του καλοκαιριού. Η βασικότερη αλλαγή αφορά την κατάργηση του αυστηρού κανόνα που επέβαλε τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε ποσοστό τουλάχιστον 65% για κάθε νέα εγκατάσταση θέρμανσης, δίνοντας εκ νέου χώρο σε συστήματα που βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα. Ωστόσο, η συγκεκριμένη ελευθερία επιλογής συνοδεύεται από ένα κλιμακωτό σύστημα υποχρεωτικής χρήσης βιοκαυσίμων, το οποίο η αγορά ήδη αποκαλεί «βιο-σκάλα» (Biotreppe), προκαλώντας έντονες ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια και το μελλοντικό κόστος των νοικοκυριών.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Καταργείται η υποχρεωτική συμμετοχή 65% των ανανεώσιμων πηγών στις νέες θέρμανσεις.
- Εισάγεται η «βιο-σκάλα» με έναρξη 10% σε πράσινα καύσιμα από τον Ιανουάριο του 2029.
- Οι ιδιοκτήτες θα καλύπτουν το 50% των τελών δικτύου και του κόστους CO2 σε ορυκτά καύσιμα.
- Στόχος είναι η εξοικονόμηση τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων τόνων CO2 έως το έτος 2030.
Η σταδιακή επιβολή των πράσινων καυσίμων και η στρατηγική της «βιο-σκάλας»
Σύμφωνα με τις διατάξεις του νέου νομοσχεδίου, οι νέες εγκαταστάσεις θέρμανσης με πετρέλαιο ή φυσικό αέριο θα παραμείνουν επιτρεπτές, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενσωματώνουν αυξανόμενα ποσοστά κλιματικά ουδέτερων καυσίμων. Η εφαρμογή αυτού του μέτρου ξεκινά την 1η Ιανουαρίου 2029 με ελάχιστο ποσοστό 10%, το οποίο θα αυξηθεί στο 15% το 2030, θα φτάσει στο 30% το 2035 και θα κορυφωθεί στο 60% έως το 2040. Αυτή η υποχρέωση αφορά το σύνολο του κτιριακού τομέα, επηρεάζοντας τόσο τις ιδιωτικές κατοικίες όσο και τις εμπορικές επιχειρήσεις, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις για τη συμβατότητα με τους κλιματικούς στόχους.
Την ίδια στιγμή, οι επαγγελματικοί φορείς της αγοράς, όπως ο Bundesverband Wärmepumpe e.V., εκφράζουν την έντονη αντίθεσή τους στη μείωση των απαιτήσεων για τις ανανεώσιμες πηγές, θεωρώντας ότι το μήνυμα που στέλνει η κυβέρνηση είναι λανθασμένο εν μέσω διεθνούς ενεργειακής αστάθειας. Από την πλευρά τους, οι ενώσεις βιοενέργειας ζητούν την κάλυψη των νομικών κενών, ώστε οι υποχρεώσεις της «βιο-σκάλας» να επεκταθούν και σε καυστήρες που τοποθετήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2024, αποτρέποντας τη μόνιμη χρήση ορυκτών καυσίμων σε εκατοντάδες χιλιάδες κτίρια. Προτείνουν μάλιστα ετήσιες, μικρότερες αυξήσεις στα ποσοστά αντί για μεγάλα άλματα, με σκοπό την αποφυγή απότομων αυξήσεων στις τιμές των καυσίμων.
Η νέα μοιρασιά των εξόδων μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών
Μια από τις πιο κρίσιμες κοινωνικές παραμέτρους του νομοσχεδίου αφορά τη συμφωνία των κομμάτων CDU και SPD για την προστασία των ενοικιαστών από τις αυξήσεις των λειτουργικών εξόδων. Στις περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης επιλέγει την εγκατάσταση ενός νέου καυστήρα ορυκτών καυσίμων, θα υποχρεούται πλέον να συμμετέχει στο κόστος λειτουργίας, καλύπτοντας το 50% των τελών δικτύου φυσικού αερίου καθώς και το 50% του κόστους CO2 που θα ισχύσει από το 2028. Αντίθετα, στην περίπτωση εγκατάστασης αντλίας θερμότητας ή συστήματος με ανανεώσιμες πηγές, ο ιδιοκτήτης επωμίζεται εξ ολοκλήρου το κόστος επένδυσης, λαμβάνοντας όμως επιδότηση έως και 30% από το Ομοσπονδιακό Πρόγραμμα για Αποδοτικά Κτίρια (BEG).
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο διαχωρισμός του κόστους των ίδιων των καυσίμων: ενώ τα παραδοσιακά ορυκτά καύσιμα επιβαρύνουν αποκλειστικά τον ενοικιαστή, το κόστος για τα βιοκαύσιμα που απαιτούνται από τη «βιο-σκάλα» θα μοιράζεται ισομερώς μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή. Αυτή η ρύθμιση αποσκοπεί στο να καταστήσει τις αντλίες θερμότητας πιο ελκυστικές μακροπρόθεσμα, καθώς, παρά το υψηλότερο αρχικό κόστος αγοράς, απαλλάσσουν τον ιδιοκτήτη από τις συνεχείς επιβαρύνσεις των λειτουργικών εξόδων που συνεπάγεται η χρήση πετρελαίου ή αερίου.
Ποσοστώσεις για το πράσινο αέριο και περιβαλλοντικοί στόχοι
Επιπρόσθετα, το σχέδιο νόμου προβλέπει ότι από το 2028 οι εταιρείες που διαθέτουν καύσιμα στην αγορά θα υποχρεούνται να αναμειγνύουν έως και 1% πράσινο αέριο ή πράσινο πετρέλαιο θέρμανσης στα προϊόντα που προορίζονται για οικιακή χρήση. Στο μείγμα αυτό μπορούν να περιλαμβάνονται το βιομεθάνιο, διάφορες μορφές υδρογόνου (πράσινο, μπλε, πορτοκαλί ή τιρκουάζ), συνθετικό μεθάνιο καθώς και βιοέλαια. Το βιομεθάνιο αποτελεί ήδη το 1,6% του δικτύου φυσικού αερίου, ωστόσο η νέα ποσόστωση στοχεύει στην περαιτέρω μείωση των εκπομπών ρύπων.
Οι ακριβείς παράμετροι για την εφαρμογή αυτής της ποσόστωσης και ο τρόπος με τον οποίο θα προσμετράται στην υποχρεωτική «βιο-σκάλα» των κτιρίων δεν έχουν οριστικοποιηθεί ακόμα, δημιουργώντας ένα κλίμα αναμονής στην αγορά ενέργειας. Η κυβέρνηση προσδοκά ότι μέσω αυτών των ρυθμίσεων θα επιτευχθεί ο στόχος της κλιματικής ουδετερότητας χωρίς να επιβληθούν καθολικές απαγορεύσεις, αφήνοντας την τελική επιλογή στον καταναλωτή, ο οποίος όμως θα πρέπει να σταθμίσει προσεκτικά το αυξανόμενο λειτουργικό κόστος των παλαιών τεχνολογιών. Η απόφαση είναι πλέον θέμα οικονομικής στρατηγικής για κάθε νοικοκυριό στη #Γερμανία.