Γερμανία – Μια ιστορική αλλαγή στις καθημερινές οικονομικές συναλλαγές ετοιμάζεται να εφαρμόσει το γερμανικό κράτος, εναρμονιζόμενο πλήρως με τις νέες αυστηρές ευρωπαϊκές οδηγίες. Οι πληρωμές με μετρητά στη Γερμανία, οι οποίες αποτελούν παραδοσιακά την πρώτη επιλογή για εκατομμύρια πολίτες σε κάθε έκφανση της ζωής τους, πρόκειται να μπουν σε ένα νέο, ελεγχόμενο ρυθμιστικό πλαίσιο. Η κεντρική ευρωπαϊκή διοίκηση αποφάσισε την επιβολή ενός καθολικού ανώτατου ορίου για τις επιχειρηματικές συναλλαγές με φυσικό χρήμα, με στόχο τον περιορισμό της αδιαφάνειας στο λιανικό και χονδρικό εμπόριο.
Σύμφωνα με τον επίσημο σχεδιασμό που επικυρώθηκε, η νέα αυτή ενιαία νομοθεσία θα ενεργοποιηθεί ταυτόχρονα σε όλα τα κράτη μέλη στις 10 Ιουλίου 2027, φέρνοντας ριζικές ανατροπές στον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές διαχειρίζονται μεγάλα χρηματικά ποσά. Αυτό το μέτρο βάζει πρακτικά ένα τέλος στην εποχή όπου ογκώδεις αγορές μπορούσαν να διεκπεραιωθούν αποκλειστικά με την ανταλλαγή χαρτονομισμάτων, χωρίς να υπάρχει καμία ηλεκτρονική ιχνηλάτηση από τις αρχές.
Η μάχη κατά του οικονομικού εγκλήματος και οι εξαιρέσεις για τους ιδιώτες
Ο πυρήνας αυτής της μεγάλης νομοθετικής παρέμβασης εντοπίζεται στην αποφασιστική προσπάθεια των ευρωπαϊκών θεσμών να καταπολεμήσουν τις παράνομες δραστηριότητες που ανθίζουν εκμεταλλευόμενες την ανωνυμία του φυσικού χρήματος. Ο βασικός στόχος του νέου αυτού πακέτου μέτρων είναι να δημιουργήσει ανυπέρβλητα γραφειοκρατικά και ελεγκτικά εμπόδια σε κυκλώματα που ασχολούνται με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες –το γνωστό ξέπλυμα μαύρου χρήματος– καθώς και με τη συγκαλυμμένη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Για να επιτευχθεί αυτό το επίπεδο ασφάλειας, ο νέος κανονισμός ορίζει ρητά ότι οι εμπορικές επιχειρήσεις δεν θα επιτρέπεται πλέον να αποδέχονται ποσά που υπερβαίνουν τις δέκα χιλιάδες ευρώ σε φυσική μορφή για καμία απολύτως συναλλαγή παροχής αγαθών ή υπηρεσιών.
Η συγκεκριμένη αυστηρή απαγόρευση αναμένεται να επηρεάσει άμεσα και καθοριστικά συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους που, λόγω της φύσης της εργασίας τους, διαχειρίζονται παραδοσιακά υψηλά ποσά σε χαρτονομίσματα. Οι έμποροι αυτοκινήτων, οι αντιπροσωπείες πολυτελών ειδών, καθώς και οι επαγγελματίες του κατασκευαστικού τομέα και οι τεχνίτες, θα υποχρεωθούν να προσαρμόσουν άμεσα τα λογιστικά τους συστήματα και να αρνούνται την είσπραξη τεράστιων ποσών στο χέρι.
Ωστόσο, προκειμένου να μην διαταραχθεί πλήρως η καθημερινότητα των απλών πολιτών, ο ευρωπαίος νομοθέτης έχει προβλέψει μια κρίσιμη νομική εξαίρεση. Οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται αποκλειστικά μεταξύ ιδιωτών, χωρίς την οποιαδήποτε εμπλοκή εμπορικού ή εταιρικού μητρώου, παραμένουν αυστηρά εκτός αυτού του περιορισμού. Για παράδειγμα, εάν ένας πολίτης επιθυμεί να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο όχημα απευθείας από έναν άλλον ιδιώτη, η αγοραπωλησία μπορεί να ολοκληρωθεί αποκλειστικά με φυσικό χρήμα, ανεξαρτήτως του ύψους του τελικού τιμήματος, δεδομένου ότι ο πωλητής δεν ασκεί επίσημη εμπορική δραστηριότητα.
Οι συνήθειες των καταναλωτών και η θέση της κεντρικής τράπεζας
Παρά την προφανή αναγκαιότητα των θεσμικών μέτρων ασφαλείας, ένα μεγάλο μέρος της γερμανικής κοινωνίας αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη εξέλιξη με έντονο σκεπτικισμό, καθώς η χώρα έχει μια βαθιά ιστορική ταύτιση του φυσικού χρήματος με την προστασία της ατομικής ελευθερίας. Πολλοί καταναλωτές επιμένουν πεισματικά στη χρήση χαρτονομισμάτων όχι μόνο για να προστατεύσουν τα προσωπικά τους δεδομένα από πιθανές ψηφιακές διαρροές και εταιρικές αναλύσεις, αλλά και επειδή η φυσική επαφή με τα μετρητά αποδεδειγμένα τους βοηθά να ελέγχουν πολύ πιο αποτελεσματικά τα καθημερινά τους έξοδα.
Μια πρόσφατη, εκτενής μελέτη που διεξήγαγε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας (Bundesbank) αποτυπώνει με απόλυτη σαφήνεια αυτή την ισχυρή κοινωνική τάση. Τα επίσημα ευρήματα δείχνουν ότι πάνω από το ενενήντα τοις εκατό των συμμετεχόντων στην έρευνα επιθυμούν διακαώς να διατηρήσουν το απόλυτο δικαίωμα της καταναλωτικής τους επιλογής. Απαιτούν δηλαδή να συνεχίσουν να αποφασίζουν οι ίδιοι σε κάθε τους συναλλαγή εάν θα χρησιμοποιήσουν τραπεζική κάρτα, κάποια εφαρμογή στο έξυπνο κινητό τους ή τα παραδοσιακά νομίσματα, χωρίς να υφίστανται κρατικές υποδείξεις.
Αυτές οι κοινωνικές ζυμώσεις και οι αντιδράσεις έχουν ήδη αρχίσει να αποτυπώνονται εξαιρετικά έντονα στον δημόσιο διάλογο, αλλά και στις μεγάλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης της χώρας. Ενώ μια συγκεκριμένη μερίδα πολιτών αναγνωρίζει και επικροτεί τη σκοπιμότητα του μέτρου για την πάταξη της εκτεταμένης φοροδιαφυγής, ένα άλλο, εξίσου μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, εκφράζει ανοιχτά τον φόβο ότι αυτό το πλαφόν αποτελεί απλώς το πρώτο στάδιο για την πλήρη, υποχρεωτική και αμετάκλητη κατάργηση των μετρητών στο μέλλον.
Μπροστά σε αυτή την αυξανόμενη κοινωνική αναστάτωση που καταγράφεται, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας (Bundesbank) αναγκάστηκε να παρέμβει με καθησυχαστικές δηλώσεις προκειμένου να αποσαφηνίσει τις προθέσεις των θεσμών. Ο ανώτατος οικονομικός φορέας διαβεβαιώνει κατηγορηματικά τους πολίτες ότι, παρά την αναπόφευκτη εισαγωγή αυτών των νέων εποπτικών εργαλείων για τις μεγάλες επιχειρηματικές συμφωνίες, το φυσικό χρήμα δεν κινδυνεύει σε καμία περίπτωση με εξαφάνιση. Αντιθέτως, ξεκαθαρίζεται ότι τα μετρητά θα συνεχίσουν να αποτελούν έναν από τους βασικούς, σταθερούς και αδιαπραγμάτευτους πυλώνες των καθημερινών συναλλαγών των πολιτών για το ορατό μέλλον.