Ευρωπαϊκή Ένωση – Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα σκαρφάλωσε ο αριθμός των ανθρώπων που διαβιούν στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχοντας γεννηθεί σε άλλη χώρα, διαμορφώνοντας έναν νέο δημογραφικό χάρτη για τη γηραιά ήπειρο κατά το 2025.
Σύμφωνα με την εκτενή έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα το Κέντρο Έρευνας και Ανάλυσης της Μετανάστευσης (CReAM) του ανεξάρτητου ερευνητικού ιδρύματος RFBerlin, ο συνολικός μεταναστευτικός πληθυσμός εντός του ευρωπαϊκού μπλοκ ανήλθε στον αριθμό ρεκόρ των 64,2 εκατομμυρίων.
Η συγκεκριμένη μέτρηση αποτυπώνει μια ισχυρή αυξητική τάση, καθώς μέσα σε διάστημα μόλις ενός έτους προστέθηκαν επιπλέον 2,1 εκατομμύρια άνθρωποι.
Η δυναμική αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν συγκριθεί με τα δεδομένα της προηγούμενης δεκαετίας.
Όπως επισημαίνεται στο σχετικό έγγραφο, το οποίο αντλεί τα πρωτογενή του δεδομένα από τις επίσημες καταγραφές της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat) και τα επίσημα μητρώα της Ύπατης Αρμοστείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, το 2010 ο αντίστοιχος αριθμός βρισκόταν στα 40 εκατομμύρια.
Η διαχρονική αυτή αύξηση κατά 24 εκατομμύρια επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη μετακίνηση πληθυσμών προς τον ευρωπαϊκό χώρο, μεταβάλλοντας τα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα των χωρών υποδοχής, με ορισμένα κράτη να σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος αυτής της εισροής.
Ο συντάκτης της έκθεσης Τομάζο Φρατίνι υπογραμμίζει την έντονη κινητικότητα προς συγκεκριμένους προορισμούς της Ευρώπης.
Η κυριαρχία της Γερμανίας και η ταχεία άνοδος της Ισπανίας
Η ανάλυση των στατιστικών δεδομένων καταδεικνύει σαφώς ότι η Γερμανία διατηρεί τα σκήπτρα ως ο απόλυτος προορισμός για τους αλλοδαπούς πολίτες στην Ευρώπη.
Στη γερμανική επικράτεια διαμένουν σήμερα 18 εκατομμύρια άνθρωποι που έχουν γεννηθεί εκτός των συνόρων της.
Ένα εξαιρετικά κρίσιμο στοιχείο που προκύπτει από την έκθεση του CReAM είναι η ηλικιακή σύνθεση αυτού του πληθυσμού, καθώς το 72% όσων βρίσκονται στη Γερμανία ανήκει στην ενεργή ηλικία απασχόλησης, τροφοδοτώντας άμεσα την εγχώρια αγορά εργασίας.
Παράλληλα, το γερμανικό κράτος διατηρεί την πρωτιά και στον τομέα της φιλοξενίας προσφύγων, παρέχοντας καταφύγιο σε 2,7 εκατομμύρια ανθρώπους.
Όπως εξηγεί ο Τομάζο Φρατίνι, το Βερολίνο παραμένει ο βασικός πόλος έλξης τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και αναλογικά με τον συνολικό πληθυσμό της χώρας.
Την ίδια στιγμή, ραγδαίες μεταβολές καταγράφονται στην Ιβηρική χερσόνησο. Η Ισπανία παρουσιάζει τον ταχύτερο ρυθμό αύξησης του μεταναστευτικού της πληθυσμού το τελευταίο διάστημα.
Οι επίσημες καταμετρήσεις δείχνουν ότι 700.000 νέοι κάτοικοι προστέθηκαν πρόσφατα στο δυναμικό της, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των γεννημένων στο εξωτερικό ανθρώπων που ζουν στη χώρα στα 9,5 εκατομμύρια.
Η άνιση κατανομή του βάρους και οι αιτήσεις ασύλου
Παρά τον συνολικά υψηλό αριθμό μεταναστών και προσφύγων, το ερευνητικό ίδρυμα RFBerlin εντοπίζει σοβαρές ανισορροπίες στην κατανομή των πληθυσμών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα μοντέλα μετεγκατάστασης είναι εξαιρετικά ασύμμετρα, με μικρότερα κράτη να καταγράφουν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά μεταναστών αναλογικά με τον γηγενή πληθυσμό τους.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της τάσης αποτελούν το Λουξεμβούργο, η Μάλτα και η Κύπρος, χώρες οι οποίες καλούνται να διαχειριστούν έναν αυξημένο όγκο ξένων πολιτών σε σχέση με το γεωγραφικό και δημογραφικό τους μέγεθος. Αυτή η ανισομέρεια παρατηρείται εξίσου και στις διαδικασίες χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Οι αιτήσεις για την παροχή ασύλου δεν κατανέμονται ισομερώς στα κράτη μέλη του μπλοκ, αλλά αντίθετα συσσωρεύονται μαζικά σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές περιοχές.
Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Γερμανία δέχονται τη συντριπτική πλειονότητα των αιτημάτων. Ειδικότερα, οι τέσσερις αυτές χώρες συγκεντρώνουν σχεδόν τα τρία τέταρτα του συνόλου των αιτήσεων ασύλου που κατατίθενται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το δεδομένο αυτό αποδεικνύει την ισχυρή συγκέντρωση των μεταναστευτικών ροών στις μεγάλες οικονομίες της ηπείρου, αντανακλώντας την προτίμηση των αιτούντων άσυλο προς τα κράτη που διαθέτουν παραδοσιακά μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης.