Ελβετία – Η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αποτελεί τον βασικό πνεύμονα τροφοδότησης της ελβετικής αγοράς εργασίας, παρά τη μικρή κάμψη που παρουσιάζει ο ρυθμός των αφίξεων.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η καθαρή μετανάστευση από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΕΖΕΣ κατέγραψε ετήσια πτώση, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλά επίπεδα. Τα δεδομένα αυτά έρχονται στο φως της δημοσιότητας αμέσως μετά την έντονη πολιτική αντιπαράθεση για το δημογραφικό μέλλον της χώρας, αναδεικνύοντας τον καταλυτικό ρόλο των ξένων εργαζομένων στη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η καθαρή μετανάστευση από την ΕΕ και την ΕΖΕΣ διαμορφώθηκε σε 50.900 άτομα το περασμένο έτος, παρουσιάζοντας μείωση σε σχέση με τις 54.000 του προηγούμενου έτους.
- Οι μετανάστες καλύπτουν το 50% των θέσεων εργασίας στη χημική και φαρμακευτική βιομηχανία, καθώς και το 35% στο σύνολο της οικονομίας.
- Οι εισφορές των ξένων εργαζομένων αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 28% των συνολικών εσόδων των ταμείων σύνταξης (AHV) και αναπηρίας (IV).
Μείωση των ροών λόγω οικονομικής επιβράδυνσης
Η Κρατική Γραμματεία Οικονομικών Υποθέσεων (SECO) της Ελβετίας ανακοίνωσε ότι ο Wanderungssaldo, δηλαδή το ισοζύγιο μεταξύ μεταναστευτικών εισροών και εκροών, ανήλθε σε 50.900 άτομα από την ΕΕ και την ΕΖΕΣ. Το μέγεθος αυτό εμφανίζεται ελαφρώς μειωμένο σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, όταν η καθαρή εισροή είχε αγγίξει τις 54.000 άτομα. Η αρμόδια αρχή, η οποία υπάγεται στον Ομοσπονδιακό Σύμβουλο του λαϊκιστικού κόμματος SVP, κ. Guy Parmelin, απέδωσε την υποχώρηση αυτή στην περαιτέρω εξασθένηση της οικονομικής δυναμικής, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι ο αριθμός παραμένει υψηλότερος από τον πολυετή μέσο όρο.
Η δημοσιοποίηση των συγκεκριμένων στοιχείων πραγματοποιήθηκε λίγο μετά την καταψήφιση της λαϊκής πρωτοβουλίας «Όχι στην Ελβετία των 10 εκατομμυρίων», την οποία είχε προωθήσει το κόμμα SVP. Η εγχώρια στατιστική ανάλυση αποδεικνύει ότι οι μεταναστευτικές ροές είναι απόλυτα συνδεδεμένες με τις ανάγκες της αγοράς. Κατά τη διάρκεια του 2025, το 70% των αδειών διαμονής που χορηγήθηκαν σε πολίτες από την ΕΕ και την ΕΖΕΣ αφορούσε άτομα που διέθεταν ήδη υπογεγραμμένη σύμβαση εργασίας, με την πλειονότητα αυτών να προέρχεται από τις γειτονικές χώρες.
Οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από το εξωτερικό
Η ζήτηση για εξειδικευμένο και ανειδίκευτο ξένο εργατικό δυναμικό παραμένει ιδιαίτερα έντονη στις υπηρεσίες έντασης γνώσης και στον τομέα της υγείας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της SECO, η χημική και φαρμακευτική βιομηχανία εξαρτάται σε ποσοστό 50% από εργαζομένους που προέρχονται από την ΕΕ και την ΕΖΕΣ ή από διασυνοριακούς εργαζομένους (Grenzgänger) που μετακινούνται καθημερινά στην Ελβετία. Αντίστοιχα υψηλά ποσοστά καταγράφονται στην ωρολογοποιία και στην εστίαση, όπου οι ξένοι αποτελούν το 42% του προσωπικού, καθώς και στον κατασκευαστικό κλάδο με ποσοστό 34%.
Η Κρατική Γραμματέας, κ. Budliger, μιλώντας στα ελβετικά μέσα ενημέρωσης, επεσήμανε ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο που παρατηρείται στην αγορά. Πολλοί από τους νεοεισερχόμενους μετανάστες απασχολούνται είτε στα ανώτατα κλιμάκια της διοικητικής ιεραρχίας είτε στις χαμηλότερες βαθμίδες, μια ιδιαιτερότητα που αποτυπώνεται έντονα στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Στο σύνολο της ελβετικής οικονομίας, οι αλλοδαποί εργαζόμενοι καλύπτουν πλέον το 35% των συνολικών θέσεων απασχόλησης.
Το δίχτυ ασφαλείας για το συνταξιοδοτικό σύστημα
Η μετανάστευση λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στην έντονη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διατήρηση του επιπέδου ευημερίας για τις επόμενες γενιές. Οι ξένοι εργαζόμενοι εισφέρουν σχεδόν το 28% των συνολικών πόρων στα ταμεία AHV (Ασφάλιση Γήρατος και Επιζώντων) και IV (Ασφάλιση Αναπηρίας), καταβάλλοντας στο σύστημα περισσότερα χρήματα από όσα εισπράττουν ως παροχές. Επιπλέον, επειδή ένα σημαντικό ποσοστό επιλέγει να επιστρέψει στην πατρίδα του πριν ή μετά τη συνταξιοδότηση, οι μετανάστες λαμβάνουν αναλογικά μικρότερο μερίδιο από τις συμπληρωματικές κρατικές παροχές.
Διαφορετική είναι η εικόνα που καταγράφεται στο ταμείο ανεργίας, καθώς λόγω του αυξημένου κινδύνου απώλειας εργασίας, οι μετανάστες συνεισφέρουν λιγότερα κονδύλια σε σχέση με τα επιδόματα που τελικά εισπράττουν. Παράλληλα, το ποσοστό λήψης κοινωνικής πρόνοιας (Sozialhilfe) μεταξύ των μεταναστών ανήλθε σε 2,3% το 2024, εμφανιζόμενο ελαφρώς υψηλότερο από το αντίστοιχο των Ελβετών πολιτών, το οποίο περιορίστηκε στο 1,8%.
Η στάση των εργοδοτών και οι διεκδικήσεις των συνδικάτων
Η εργοδοτική πλευρά αναγνωρίζει τη σημασία των μεταναστευτικών ροών για την απορρόφηση των δημογραφικών πιέσεων, ωστόσο εμφανίζεται προσεκτική απέναντι στα μηνύματα της κοινωνίας. Ο διευθυντής της Ένωσης Εργοδοτών, κ. Roland Müller, τόνισε ότι η επιχειρηματική κοινότητα οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη το 45% των πολιτών που τάχθηκαν υπέρ της περιοριστικής πρωτοβουλίας της SVP. Ο ίδιος πρότεινε τη βελτίωση της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, την παροχή κινήτρων για την παραμονή των μεγαλύτερων σε ηλικία ατόμων στην εργασία, καθώς και την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, παραδεχόμενος πάντως ότι η τελευταία πρόταση δεν συγκεντρώνει την πλειοψηφία της κοινής γνώμης.
Στον αντίποδα, τα εργατικά συνδικάτα ερμηνεύουν το αποτέλεσμα της κάλπης ως μια ξεκάθαρη ψήφο εμπιστοσύνης στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, εκφράζοντας όμως έντονες επιφυλάξεις για την επάρκεια των ελέγχων. Ο κ. David Galluser, κεντρικός γραμματέας της Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (SGB), προειδοποίησε ότι η προστασία των μισθών βρίσκεται σε κίνδυνο λόγω των ελλιπών κρατικών επιθεωρήσεων. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι από το 2016 οι καθαροί μισθοί στην επικράτεια έχουν παραμείνει ουσιαστικά στάσιμοι, με αποτέλεσμα τα κέρδη από την αύξηση της παραγωγικότητας να μην μετακυλίονται τελικά στους ίδιους τους εργαζομένους.