Ευρωπαϊκή Ένωση – Ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz επιμένει σε περικοπές περίπου 400 δισ. ευρώ από τον σχεδιαζόμενο επταετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δηλώνει διατεθειμένος να συνεχίσει ακόμη και χωρίς συμφωνία. Η διαφωνία με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen αναδεικνύεται σε μία από τις δυσκολότερες διαπραγματεύσεις της Συνόδου Κορυφής στις Βρυξέλλες, στις 15 και 16 Οκτωβρίου.
Η Κομισιόν έχει προτείνει σχεδόν 2 τρισ. ευρώ για την περίοδο 2028–2034. Πρόκειται για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο ορίζει τα ανώτατα όρια και τις βασικές προτεραιότητες των ευρωπαϊκών δαπανών. Η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι το προτεινόμενο μέγεθος δεν ανταποκρίνεται στις πιέσεις που δέχονται οι εθνικοί προϋπολογισμοί.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η πρόταση της Κομισιόν φτάνει σχεδόν τα 2 τρισ. ευρώ για την επταετία 2028–2034.
- Η ιρλανδική προεδρία παρουσίασε αναθεωρημένο διαπραγματευτικό σχέδιο, χωρίς να εξασφαλίσει τη γερμανική συναίνεση.
- Το Βερολίνο εκτιμά ότι με το νέο σχέδιο η ετήσια συνεισφορά του θα μπορούσε να υπερβεί τα 60 δισ. ευρώ.
Η Γερμανία επιμένει σε σημαντικές περικοπές
Το Βερολίνο δεν απορρίπτει απλώς το ύψος του προϋπολογισμού. Διαφωνεί και με τον τρόπο κατανομής των κονδυλίων, θεωρώντας ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερο βάρος στην ανταγωνιστικότητα και στην έρευνα, αντί να προστατεύονται σχεδόν ανέπαφες οι παραδοσιακές δαπάνες για τη γεωργία και την περιφερειακή ανάπτυξη.
Η ιρλανδική προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ παρουσίασε το Σαββατοκύριακο αναθεωρημένο κείμενο διαπραγμάτευσης. Κατά τις πληροφορίες του γερμανικού ρεπορτάζ, το συνολικό ποσό είναι περίπου 140 δισ. ευρώ χαμηλότερο από το προηγούμενο σχέδιο, αλλά η υποχώρηση αυτή δεν αρκεί για τη γερμανική πλευρά. Ο Merz έχει χαρακτηρίσει την πρόταση ανεπαρκή ως βάση συμφωνίας και ζητεί πρόσθετη συγκράτηση δαπανών σε όλους τους τομείς.
Στη γραμμή της δημοσιονομικής αυτοσυγκράτησης βρίσκονται επίσης η Αυστρία, η Ολλανδία, η Φινλανδία, η Δανία και η Σουηδία. Πρόκειται για χώρες που πιέζουν ώστε ο επόμενος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός να περιοριστεί περισσότερο από όσο προβλέπει η αναθεωρημένη πρόταση.
Γιατί παραμένει δύσκολος ο συμβιβασμός
Οι περικοπές δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο από όλα τα κράτη. Η Ιταλία, η Ισπανία και η Πολωνία αντιστέκονται στις μειώσεις των κονδυλίων για τη γεωργία και την περιφερειακή συνοχή, καθώς αυτά αποτελούν βασικά εργαλεία στήριξης παραγωγικών δραστηριοτήτων και τοπικών επενδύσεων. Έτσι, ακόμη και μια συμφωνία για χαμηλότερο συνολικό ποσό αφήνει ανοιχτή τη δυσκολότερη συζήτηση: από ποιες πολιτικές θα αφαιρεθούν χρήματα.
Η Ursula von der Leyen διαθέτει, από την άλλη πλευρά, σημαντική πολιτική στήριξη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ευρωβουλευτές από διαφορετικές πολιτικές ομάδες υποστηρίζουν ότι οι αυξανόμενες ευρωπαϊκές αρμοδιότητες και ανάγκες απαιτούν μεγαλύτερη χρηματοδότηση. Στο επιχείρημά τους περιλαμβάνεται η ενίσχυση της δυνατότητας της ΕΕ να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της επόμενης περιόδου.
Στο ζήτημα προστίθεται και η χρηματοδότηση του προϋπολογισμού. Η συζήτηση για νέους ίδιους πόρους της ΕΕ, δηλαδή πηγές εσόδων πέρα από τις συνεισφορές των κρατών, συναντά την αντίθεση του Merz. Η Γαλλία, αντιθέτως, συνδέει την έγκρισή της με πρόοδο σε αυτό το πεδίο. Μεταξύ των ιδεών που εξετάζονται αναφέρονται επιβαρύνσεις σχετικές με κρυπτοπεριουσιακά στοιχεία και αθλητικά στοιχήματα, χωρίς να πρόκειται για οριστικές αποφάσεις.
Το κόστος για το Βερολίνο και η απειλή μη συμφωνίας
Για τη γερμανική κυβέρνηση, η διαπραγμάτευση έχει άμεση δημοσιονομική διάσταση. Η Γερμανία, ο μεγαλύτερος καθαρός χρηματοδότης του κοινού προϋπολογισμού, καταβάλλει σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η γερμανική πλευρά, λίγο περισσότερα από 40 δισ. ευρώ ετησίως. Με βάση τις εκτιμήσεις που μεταφέρονται για το ιρλανδικό σχέδιο, η καταβολή αυτή θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 60 δισ. ευρώ τον χρόνο.
Ο Merz έχει δηλώσει ότι η απουσία νέου δημοσιονομικού πλαισίου θα ήταν η οικονομικά ευνοϊκότερη εξέλιξη για τη Γερμανία. Η τοποθέτηση λειτουργεί ως προειδοποίηση προς τους υπόλοιπους διαπραγματευτές, όχι ως απόφαση ότι η χώρα έχει ήδη ασκήσει βέτο.
Στη συζήτηση για το μέγεθος και την αξιοποίηση των πόρων προστίθενται οι επιφυλάξεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με ελέγχους των δαπανών και με πληρωμές από τον μηχανισμό ανάκαμψης μετά την πανδημία. Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν το αίτημα για αποτελεσματικότερη εποπτεία, χωρίς να απαντούν από μόνα τους στο πολιτικό ερώτημα για το ύψος του επόμενου προϋπολογισμού.
Σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, οι ηγέτες επιδιώκουν να προετοιμάσουν μια τελική συμφωνία έως το τέλος του 2026. Προς το παρόν, οι διαφορές για το συνολικό ποσό, την κατανομή των δαπανών και τα νέα έσοδα εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.