Γερμανία – Σοβαροί πολιτικοί τριγμοί εκδηλώνονται στο εσωτερικό της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU/CSU) εξαιτίας των ιδιαίτερα χαμηλών ποσοστών αποδοχής που καταγράφει η παράταξη αλλά και ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς στις τελευταίες δημοσκοπήσεις.
Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει έντονο αναβρασμό στο κυβερνητικό σχήμα της χώρας, καθώς η κοινή γνώμη αποδοκιμάζει σε μεγάλο βαθμό το έργο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του Μερτς, ο οποίος βρίσκεται στη θέση του καγκελάριου από τον Μάιο του 2025.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της πρόσφατης έρευνας που διενήργησε το Ινστιτούτο Forsa, η συμμαχία CDU/CSU περιορίζεται στη δεύτερη θέση του πολιτικού σκηνικού συγκεντρώνοντας ποσοστό 22%.
Ταυτόχρονα, η προσωπική δημοτικότητα του Φρίντριχ Μερτς έχει υποχωρήσει στο 14%, καταγράφοντας μία από τις χειρότερες επιδόσεις για Γερμανό επικεφαλής κυβέρνησης στην ιστορία των εγχώριων μετρήσεων.
Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, σε ποσοστό 84%, εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για το έργο του, με την ικανοποίηση να περιορίζεται στο 44% (+3), ακόμη και ανάμεσα στους ψηφοφόρους του ίδιου του κόμματός του.
Παρασκηνιακές διαβουλεύσεις και σενάρια διαδοχής
Η κάθετη πτώση των ποσοστών έχει πυροδοτήσει, σύμφωνα με δημοσιογραφικές αποκαλύψεις στη Γερμανία, εμπιστευτικές συζητήσεις κεκλεισμένων των θυρών εντός του CDU σχετικά με το ενδεχόμενο απομάκρυνσης του καγκελάριου.
Στελέχη των Χριστιανοδημοκρατών φέρονται να εξετάζουν το ζήτημα σε στενό κύκλο, υπό τον φόβο διαρροών στα μέσα ενημέρωσης, αναζητώντας τις συνθήκες υπό τις οποίες μια αντικατάσταση θα μπορούσε να καταστεί εφαρμόσιμη, καθώς και τα πρόσωπα που θα αναλάβουν να προσεγγίσουν τον Φρίντριχ Μερτς.
Στο πλαίσιο αυτό, ως πιθανοί διάδοχοι αναφέρονται ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Χέντρικ Βουστ, ο ηγέτης του κρατιδίου της Έσσης, Μπόρις Ράιν, και ο πρωθυπουργός της Σαξονίας, Μίχαελ Κρέτσμερ.
Βάσει του νομικού πλαισίου της χώρας, η Ομοσπονδιακή Βουλή έχει τη δυνατότητα να αντικαταστήσει τον καγκελάριο χωρίς τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, μέσω της διαδικασίας της εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας.
Την ίδια στιγμή, η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) διατηρεί σταθερά το προβάδισμα στην πρόθεση ψήφου με 27%, παρά τη μικρή υποχώρηση κατά μία μονάδα σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα.
Στην τρίτη θέση βρίσκονται οι Πράσινοι με 15% (+1), ακολουθούμενοι από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) που παραμένει σταθερό στο 12%, ενώ η Αριστερά διατηρείται στο 11%.
Στο ερώτημα για το ποιο κόμμα μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα τα προβλήματα της χώρας, το 13% (-2) επιλέγει το AfD και το 12% (-1) την Ένωση (CDU/CSU), ωστόσο η πλειοψηφία των ερωτηθέντων σε ποσοστό 55% απαντά ότι κανένας πολιτικός σχηματισμός δεν διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα.
Ανησυχία για το συνταξιοδοτικό και την οικονομία
Παράλληλα, η δημοσκόπηση αποτυπώνει την έντονη αντίθεση των Γερμανών πολιτών στα σχέδια μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος, ενόψει της παρουσίασης των προτάσεων της αρμόδιας κυβερνητικής επιτροπής.
Το 79% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δεν θεωρεί λογική την πιθανή αύξηση των κατώτατων ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 67 έτη, που ισχύουν σήμερα, στα 70 έτη.
Μόλις το 20% των συμμετεχόντων θα συμφωνούσε με μια τέτοια εξέλιξη, ενώ στα πρώην ανατολικά κρατίδια το ποσοστό απόρριψης της αύξησης αγγίζει το 89%.
Η κοινωνική αυτή ανησυχία συνδέεται άμεσα και με το γενικότερο κλίμα απαισιοδοξίας για την πορεία της οικονομίας, καθώς μόνο το 14% πιστεύει ότι οι συνθήκες θα βελτιωθούν τα επόμενα χρόνια, με το 67% να προβλέπει περαιτέρω επιδείνωση.
Στην ιεράρχηση των σημαντικότερων πολιτικών ζητημάτων της εβδομάδας, η κατάσταση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αναδεικνύεται στην πρώτη θέση με 36%.
Ακολουθεί η οικονομική δυσπραγία με ποσοστό 31%, ενώ οι διεθνείς εξελίξεις απασχολούν εξίσου τους πολίτες, με τη σύγκρουση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν να συγκεντρώνει 26% και τον πόλεμο στην Ουκρανία να βρίσκεται στο 18% των αναφορών.