Γερμανία – Την κατηγορηματική και απόλυτη άρνησή του να προχωρήσει σε οποιαδήποτε μορφή πολιτικής ή κυβερνητικής συνεργασίας με το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) επανέλαβε με ξεκάθαρο τρόπο ο κεντροδεξιός καγκελάριος της χώρας, Φρίντριχ Μερτς.
Κατά τη διάρκεια της επίσημης τοποθέτησής του, ο Γερμανός ηγέτης έθεσε ως κύριο επιχείρημα το τεράστιο ιστορικό βάρος που κουβαλά το ναζιστικό παρελθόν της χώρας, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη σημασία του σταθερού μεταπολεμικού δημοκρατικού προσανατολισμού που έχει υιοθετήσει η ομοσπονδιακή δημοκρατία.
Μιλώντας σε ένα σημαντικό επιχειρηματικό συνέδριο το οποίο πραγματοποιήθηκε σε κοντινή απόσταση από το Βερολίνο, ο Φρίντριχ Μερτς επέλεξε να συνδέσει άμεσα τη σταθερή πολιτική του στάση με την ιστορική και ιδεολογική παρακαταθήκη του πρώτου μεταπολεμικού καγκελαρίου της χώρας, Κόνραντ Αντενάουερ.
Ο καγκελάριος υποστήριξε σθεναρά ότι η χώρα εγκατέλειψε οριστικά και αμετάκλητα τον εθνικισμό αμέσως μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, γεγονός που καθορίζει τις σύγχρονες πολιτικές αποφάσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ίδιος σημείωσε χαρακτηριστικά ότι το AfD επιδιώκει ουσιαστικά την επιστροφή σε μια ξεπερασμένη εποχή, πριν από την περίοδο διακυβέρνησης του Αντενάουερ.
Με τον Αντενάουερ, όπως εξήγησε, η χώρα άφησε πίσω της τον καταστροφικό εθνικισμό και ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται σε καμία περίπτωση να οδηγήσει τη χώρα ή την πολιτική του παράταξη πίσω σε εκείνη την σκοτεινή ιστορική περίοδο, διατηρώντας ακέραιες τις δημοκρατικές αξίες του κόμματός του.
Ιστορικά χαμηλά ποσοστά και δημοσκοπική πίεση για τον συνασπισμό
Οι συγκεκριμένες και ιδιαίτερα αυστηρές δηλώσεις του Γερμανού καγκελαρίου έρχονται στην επιφάνεια σε μια χρονική συγκυρία όπου ασκείται έντονη και διαρκώς αυξανόμενη πολιτική πίεση προς το πρόσωπό του.
Ο υφιστάμενος κυβερνητικός συνασπισμός, ο οποίος αποτελείται από τη συμμαχία των κεντροδεξιών Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) μαζί με τους κεντροαριστερούς Σοσιαλδημοκράτες (SPD), βρίσκεται αντιμέτωπος με εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά στις πρόσφατες μετρήσεις της κοινής γνώμης.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία έρευνας της εταιρείας Insa που είδαν το φως της δημοσιότητας την περασμένη Τρίτη, η Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU) συγκεντρώνει ένα ποσοστό της τάξης του 22%.
Το νούμερο αυτό φέρνει την παράταξη του καγκελάριου επτά ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες πίσω από το ακροδεξιό AfD, το οποίο καταγράφει σημαντική άνοδο.
Την ίδια στιγμή, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) παραμένει καθηλωμένο σε πολύ χαμηλά επίπεδα, συγκεντρώνοντας μόλις το 12% της προτίμησης των πολιτών.
Παρά τη συνεχιζόμενη και εμφανή δημοσκοπική υποχώρηση των κυβερνητικών δυνάμεων, ο Φρίντριχ Μερτς έσπευσε να αποκλείσει με απόλυτο τρόπο κάθε πιθανό ενδεχόμενο αναζήτησης κάποιου νέου εναλλακτικού εταίρου για τη διακυβέρνηση της χώρας, ξεκαθαρίζοντας προς πάσα κατεύθυνση ότι δεν εξετάζει κανένα σενάριο για άλλες πολιτικές συνεργασίες στο άμεσο μέλλον, καθώς δεν διαθέτει ούτε αναζητά άλλον σύμμαχο.
Επερχόμενες μεταρρυθμίσεις και διεθνείς οικονομικές επιπτώσεις
Η πολιτική κατάσταση εντός της γερμανικής επικράτειας περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, καθώς η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο τον σχεδιασμό και την υλοποίηση εκτεταμένων και ριζικών μεταρρυθμίσεων σε κομβικούς τομείς της εγχώριας πολιτικής μέχρι την περίοδο του καλοκαιριού.
Οι σχεδιαζόμενες αλλαγές αφορούν άμεσα το εθνικό σύστημα υγείας, το φορολογικό πλαίσιο, καθώς και το ευαίσθητο κομμάτι των συντάξεων.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη νομοθετική διαδικασία επιβαρύνεται σημαντικά από τις έντονες εσωτερικές διαφωνίες και τις προστριβές που εκδηλώνονται ανάμεσα στα μέλη του κυβερνητικού συνασπισμού, αλλά και από τις ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις που προκαλεί ο συνεχιζόμενος πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δεν δίστασε να αναγνωρίσει δημόσια την ύπαρξη μιας διαρκώς αυξανόμενης δυσαρέσκειας εκ μέρους των πολιτών, η οποία εστιάζεται κυρίως στη μεγάλη βραδύτητα που παρατηρείται κατά τη διαδικασία λήψης των κρίσιμων αποφάσεων.
Ο ίδιος επεσήμανε με έμφαση ότι η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να αποδείξει έμπρακτα και εκ νέου στην κοινωνία ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί της χώρας διατηρούν την ικανότητα να ανταποκριθούν με απόλυτη αποτελεσματικότητα στις σύνθετες προκλήσεις της σύγχρονης εποχής.
Δηλώνοντας ότι γνωρίζει καλά το μέγεθος αυτής της μεγάλης πρόκλησης, υπογράμμισε την επιτακτική ανάγκη να αποκατασταθεί πλήρως η χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα.