Γερμανία – Μια ριζική πρόταση για την αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήματος και την παράλληλη ενίσχυση των οικογενειών με παιδιά βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής και οικονομικής συζήτησης στη χώρα.
Μια ομάδα κορυφαίων οικονομικών εμπειρογνωμόνων και ερευνητών εισηγείται τον πλήρη μετασχηματισμό του μοντέλου κοινής φορολόγησης για τα παντρεμένα ζευγάρια, με σκοπό την ανακατεύθυνση των πόρων αυτών προς τη στοχευμένη στήριξη της οικογένειας και την αντιμετώπιση της δημογραφικής κρίσης.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα στον γερμανικό τύπο, η συγκεκριμένη εισήγηση προβλέπει μια σημαντική αύξηση της τάξης του 20% στο επίδομα παιδιού, το οποίο προτείνεται να διαμορφωθεί στα 316 ευρώ μηνιαίως, ενώ ταυτόχρονα φέρνει μια βαθιά φορολογική ανατροπή για όσους δεν έχουν τέκνα.
Την πρόταση αυτή συνυπογράφουν εξέχοντες επιστήμονες, μεταξύ των οποίων η οικονομική σύμβουλος της γερμανικής κυβέρνησης Monika Schnitzer, καθώς και αναλυτές από το ινστιτούτο ifo, το οικονομικό ινστιτούτο DIW και το Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών του Βερολίνου (WZB).
Οι συντάκτες της έκθεσης υπογραμμίζουν ότι το υφιστάμενο σύστημα χρήζει άμεσης αναθεώρησης, καθώς δημιουργεί αντικινήτρα για την απασχόληση, επηρεάζοντας κυρίως τις γυναίκες.
Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση δεν αποσκοπεί σε δημοσιονομική εξοικονόμηση για το κράτος, αλλά σε μια πλήρη αναδιανομή των εσόδων που θα προκύψουν, ώστε αυτά να επιστρέψουν στο σύνολό τους στις οικογένειες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται η κρατική οικονομική στήριξη.
Τέλος στην κοινή φορολογική δήλωση των συζύγων
Η βασική συνιστώσα της προτεινόμενης μεταρρύθμισης εστιάζει στην αντικατάσταση του ισχύοντος συστήματος φορολόγησης για τα παντρεμένα ζευγάρια.
Στο σημερινό καθεστώς, τα εισοδήματα των δύο συζύγων αθροίζονται και φορολογούνται από κοινού, αφού προηγουμένως διαιρεθούν ακριβώς στα δύο, μια διαδικασία που ευνοεί ιδιαίτερα τα νοικοκυριά με μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες μεταξύ των συντρόφων.
Το νέο μοντέλο που εισηγούνται οι ειδικοί εισάγει μια περιορισμένη δυνατότητα μεταφοράς εισοδήματος ανάμεσα στους συζύγους, η οποία θα αγγίζει ανώτατο όριο τα 13.805 ευρώ σε ετήσια βάση.
Με βάση αυτόν τον κανόνα, ο σύζυγος με το υψηλότερο εισόδημα θα έχει το δικαίωμα να αφαιρεί το συγκεκριμένο ποσό από το δικό του φορολογητέο εισόδημα, ενώ ο άλλος σύζυγος θα υποχρεούται να το δηλώνει ως δικό του εισόδημα.
Σύμφωνα με το σχέδιο των οικονομολόγων, η συγκεκριμένη λογική αποσκοπεί στη διατήρηση μιας βασικής μορφής φορολογικής εξισορρόπησης εντός του γάμου, αφαιρώντας όμως τα ισχυρά κίνητρα που συντηρούν τις μεγάλες αποκλίσεις στις αμοιβές.
Οι υποστηρικτές της αλλαγής εκτιμούν ότι η αναδιάρθρωση αυτή θα ενισχύσει σημαντικά τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, οδηγώντας στη δημιουργία περίπου 49.000 επιπλέον θέσεων πλήρους απασχόλησης σε ισοδύναμα, γεγονός που θα βοηθήσει στην κάλυψη των ελλείψεων σε εργατικό δυναμικό και στη βελτίωση των μελλοντικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των δεύτερων εργαζομένων.
Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι της νέας μεταρρύθμισης
Οι πόροι που θα εξοικονομηθούν από τον περιορισμό των φοροελαφρύνσεων των παντρεμένων ζευγαριών σχεδιάζεται να κατευθυνθούν απευθείας στην ενίσχυση των τέκνων.
Οι ειδικοί προτείνουν την αύξηση του μηνιαίου επιδόματος παιδιού από τα 259 ευρώ στα 316 ευρώ, κάτι που μεταφράζεται σε μια άνοδο της τάξης του 22%, ενώ παράλληλα εισηγούνται την αύξηση του ετήσιου φορολογικού αφορολόγητου ορίου για τα παιδιά από τα 9.756 ευρώ στα 11.902 ευρώ.
Το οικονομικό αποτύπωμα αυτής της παρέμβασης θα είναι σαφώς διαφοροποιημένο ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση.
Οι οικογένειες με παιδιά αναμένεται να έχουν ένα μέσο ετήσιο όφελος ύψους 585 ευρώ, ενώ για τις μονογονεϊκές οικογένειες η μέση ενίσχυση θα ανέλθει στα 417 ευρώ ετησίως.
Αντίθετα, τα ζευγάρια χωρίς παιδιά θα καταγράψουν μέσες ετήσιες απώλειες ύψους 316 ευρώ, με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση να εντοπίζεται σε όσους έχουν υψηλά και άνισα εισοδήματα.
Η πρόταση έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο πολιτικό προσκήνιο, με τον υπουργό Οικονομικών Lars Klingbeil να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο κατάργησης του υφιστάμενου καθεστώτος για τους νέους γάμους, ενώ η Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU) αντιτίθεται σθεναρά, προστατεύοντας τον γάμο ως οικονομική μονάδα αλληλοϋποστήριξης.
Για την αποφυγή κοινωνικών αναταράξεων, οι οικονομολόγοι εισηγούνται ένα ειδικό μεταβατικό καθεστώς προσαρμογής για ζευγάρια που είναι παντρεμένα για περισσότερα από 20 έτη.