Γερμανία – Σοβαρές αδυναμίες στην ευρωπαϊκή στρατηγική για την ηλεκτροκίνηση καταγράφει νέα επιστημονική μελέτη του Technische Universität München (TUM), αμφισβητώντας την παραδοχή ότι τα ηλεκτρικά οχήματα έχουν μηδενικό ανθρακικό αποτύπωμα. Οι επιστήμονες του γερμανικού ιδρύματος υπογραμμίζουν ότι η υφιστάμενη ευρωπαϊκή νομοθεσία παραβλέπει κρίσιμες παραμέτρους του κύκλου ζωής των οχημάτων, προκαλώντας σημαντικές στρεβλώσεις στη βιομηχανία και θέτοντας σε κίνδυνο τους ευρύτερους περιβαλλοντικούς στόχους.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η ανάλυση 19 μελετών και 47 σεναρίων καταγράφει μέση μείωση εκπομπών CO₂ μόλις 41% σε σχέση με τα συμβατικά οχήματα.
- Ο κανονισμός 2019/631 της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπολογίζει τις εκπομπές ρύπων αποκλειστικά στην εξάτμιση, αγνοώντας την παραγωγή και την ανακύκλωση.
- Το πανεπιστήμιο προειδοποιεί για τον κίνδυνο αποτυχίας του στόχου μείωσης των αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% έως το 2030.
Τα ευρήματα της ανάλυσης και η πραγματική μείωση ρύπων
Η πολυσέλιδη μελέτη του γερμανικού πανεπιστημιακού ιδρύματος υπό τον τίτλο «Defossilisation statt Dekarbonisation» αξιολογεί διεξοδικά τα διαθέσιμα δεδομένα γύρω από την ηλεκτροκίνηση. Ο πρόεδρος του ιδρύματος, καθηγητής Thomas Hofmann, επισημαίνει ότι η εκτεταμένη αξιολόγηση αποδεικνύει πως τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα (BEV) δεν είναι απαλλαγμένα από εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, όπως εσφαλμένα προϋποθέτει το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η εξέταση δεκάδων σεναρίων καταδεικνύει ότι η πραγματική εξοικονόμηση ρύπων σε σύγκριση με τους κινητήρες εσωτερικής καύσης διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 41%. Το ποσοστό αυτό απέχει παρασάγγας από τον ορισμό της πλήρους κλιματικής ουδετερότητας. Ως εκ τούτου, η επιστημονική ομάδα εκτιμά ότι το σχεδιαζόμενο μέτρο απαγόρευσης των πωλήσεων νέων οχημάτων εσωτερικής καύσης από το 2035 στερείται επαρκούς επιστημονικής τεκμηρίωσης, εφόσον δεν αποτυπώνει τη συνολική περιβαλλοντική επιβάρυνση.
Το κενό στη μέθοδο μέτρησης και ο κύκλος ζωής
Οι ερευνητές επικρίνουν έντονα τη μεθοδολογία που περιορίζει τη μέτρηση των εκπομπών αποκλειστικά στην εξάτμιση του οχήματος κατά τη χρήση του. Η συγκεκριμένη προσέγγιση αγνοεί το διοξείδιο του άνθρακα που εκλύεται κατά την εξόρυξη πρώτων υλών, την παραγωγή χάλυβα και αλουμινίου, καθώς και τη διαδικασία κατασκευής και ανακύκλωσης των μπαταριών. Καθοριστικό ρόλο στο τελικό ενεργειακό ισοζύγιο διαδραματίζει επίσης το μείγμα ηλεκτροπαραγωγής που αξιοποιείται τόσο στα εργοστάσια όσο και κατά τη φόρτιση των αυτοκινήτων.
Η μη αναγνώριση των συνολικών περιβαλλοντικών παρεμβάσεων σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής δημιουργεί σημαντικά προσκόμματα στην ευρωπαϊκή βιομηχανία. Όταν οι επενδύσεις σε τεχνολογίες όπως ο πράσινος χάλυβας και η κυκλική διαχείριση υλικών δεν συνυπολογίζονται στο ρυθμιστικό πλαίσιο, οι επιχειρήσεις χάνουν τα απαραίτητα κίνητρα για ουσιαστικό μετασχηματισμό. Η μονοδιάστατη εστίαση στην εξάτμιση στερεί από τον βιομηχανικό κλάδο πολύτιμα εργαλεία ουσιαστικής απανθρακοποίησης.
Οι κλιματικοί στόχοι του 2030 και οι πολιτικές εξελίξεις
Η ανάλυση κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και για την επίτευξη των ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών δεσμεύσεων, οι οποίες προβλέπουν μείωση των καθαρών εκπομπών θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 σε σύγκριση με το 1990. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιστημόνων, ο συνολικός στόλος οχημάτων στην ευρωπαϊκή επικράτεια θα εξακολουθεί να αποτελείται κατά περίπου 78% από συμβατικά οχήματα τα επόμενα χρόνια, καθιστώντας ανεπαρκή τη μονομερή επικέντρωση στα ηλεκτρικά μοντέλα.
Η ιστορική αναδρομή δείχνει ότι η λογική των μηδενικών ρύπων στην εξάτμιση υιοθετήθηκε στη Γερμανία ήδη από το 2011, επί καγκελαρίας Angela Merkel, μέσω της απαλλαγής των ηλεκτρικών οχημάτων από τον φόρο κυκλοφορίας. Πρόσφατα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen παρουσίασε το αναθεωρημένο πακέτο ρυθμίσεων για την αυτοκινητοβιομηχανία, το οποίο αναμένεται να τεθεί προς ψηφοφορία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο της ΕΕ. Η ηγεσία του πανεπιστημίου ζητά την άμεση ενσωμάτωση των νέων επιστημονικών δεδομένων στον δημόσιο διάλογο, ώστε να αποφευχθούν σοβαρά οικονομικά και περιβαλλοντικά λάθη στον πυρήνα της ευρωπαϊκής παραγωγής.