Γερμανία – Σημαντική οικονομική επιβάρυνση περιμένει τους φορολογουμένους που καθυστερούν την υποβολή δηλώσεων ή οφείλουν ποσά στην εφορία, καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προωθεί τον διπλασιασμό του επιτοκίου για φορολογικά χρέη. Η νέα ρύθμιση επηρεάζει άμεσα μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις, καθιστώντας τις οφειλές αισθητά ακριβότερες μετά τη λήξη των προβλεπόμενων προθεσμιών.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Αύξηση του ετήσιου επιτοκίου καθυστέρησης από 1,8% σε 3,6%.
- Επιβολή προστίμου τουλάχιστον 25 ευρώ για κάθε μήνα εκπρόθεσμης δήλωσης.
- Δυνατότητα επιβολής διοικητικού προστίμου εξαναγκασμού από 100 έως 500 ευρώ.
Οι συνέπειες της καθυστέρησης και τα πρόστιμα
Η προθεσμία για την υποβολή της φορολογικής δήλωσης του 2025 έληξε στις 31 Ιουλίου, θέτοντας σε εγρήγορση τους φορολογικούς μηχανισμούς. Όσοι αμέλησαν τη σχετική υποχρέωση λαμβάνουν γραπτή ειδοποίηση εντός λίγων εβδομάδων, ενώ το Finanzamt επιβάλλει νόμιμη προσαύξηση τουλάχιστον 25 ευρώ για κάθε μήνα καθυστέρησης, η οποία ορίζεται αυτόματα εάν η υποβολή γίνει μετά από 14 μήνες από τη λήξη του φορολογικού έτους. Παράλληλα, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλουν πρόστιμο εξαναγκασμού από 100 έως 500 ευρώ προκειμένου να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση του πολίτη.
Σε περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος εξακολουθεί να μην υποβάλλει δήλωση παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, η εφορία προχωρά σε αυτεπάγγελτη εκτίμηση των εισοδημάτων. Η συγκεκριμένη εκτίμηση αποβαίνει σχεδόν πάντα εις βάρος του υπόχρεου, χωρίς ωστόσο να τον απαλλάσσει από την υποχρέωση κατάθεσης των στοιχείων. Επί των αναδρομικών ποσών που προκύπτουν, η υπηρεσία υπολογίζει τόκους υπερημερίας, οι οποίοι μέχρι σήμερα διαμορφώνονται σε 0,15% ανά μήνα, δηλαδή 1,8% ετησίως.
Διπλασιασμός των επιτοκίων από το 2027
Το προσχέδιο για τον ετήσιο φορολογικό νόμο του 2026 (Jahressteuergesetz 2026), το οποίο καταρτίζει το Bundesfinanzministerium, προβλέπει την αναπροσαρμογή του ετήσιου επιτοκίου στο 3,6%. Η απόφαση έρχεται σε συνέχεια της νομολογίας που διαμόρφωσε το Bundesverfassungsgericht το 2021, όταν ακύρωσε το παλαιότερο επιτόκιο του 6,0% ως υπερβολικό, ορίζοντας παράλληλα την υποχρεωτική επανεξέταση της αγοράς κάθε τρία χρόνια. Η νέα αύξηση αντικατοπτρίζει τις μεταβολές στα γενικά επιτόκια της αγοράς.
Όσοι οφείλουν φόρους μετά την περίοδο χάριτος των 15 μηνών θα καταβάλλουν διπλάσιους τόκους στο κράτος από το 2027, εξέλιξη που επιβαρύνει ιδιαίτερα τους αυτοαπασχολούμενους και τις επιχειρήσεις που υπόκεινται σε χρονοβόρους ελέγχους. Οι τόκοι αυτοί δεν εκπίπτουν φορολογικά. Αντίθετα, όσοι αναμένουν επιστροφή φόρου για μεγάλο διάστημα θα επωφεληθούν από το ίδιο αυξημένο επιτόκιο, αν και τα συγκεκριμένα έσοδα φορολογούνται ως εισόδημα από κεφάλαιο.