Ένα παράδοξο φαινόμενο χαρακτηρίζει την τρέχουσα εικόνα του λιανεμπορίου στην Ελβετία, καθώς η αυξημένη φυσική παρουσία των καταναλωτών στους εμπορικούς δρόμους δεν μεταφράζεται αναλογικά σε αύξηση των εσόδων για το σύνολο της αγοράς.
Παρά το γεγονός ότι κεντρικοί οδικοί άξονες, όπως η Bahnhofstrasse στη Ζυρίχη, κατέγραψαν ιστορικά ρεκόρ επισκεψιμότητας στα μέσα του περασμένου Δεκεμβρίου, ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρές προκλήσεις.
Η «ψαλίδα» ανάμεσα στην κινητικότητα και την τελική κατανάλωση διευρύνεται, με τους εμπόρους να εκφράζουν ανησυχία για τη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο πιέζεται από τα αυξημένα κόστη διαβίωσης και τις ασφαλιστικές εισφορές.
Η Ελβετική Ομοσπονδία Λιανικού Εμπορίου (Swiss Retail Federation) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι το 2025 οι πωλήσεις κινήθηκαν χαμηλότερα σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πτώση της τάξεως του 1,3%, ένα ποσοστό που αντικατοπτρίζει τη γενικότερη τάση αυτοσυγκράτησης των καταναλωτών.
Η Διευθύντρια της Ομοσπονδίας, Dagmar Jenni, υπογραμμίζει την ανησυχία του κλάδου, καθώς δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα άμεση αντιστροφή του κλίματος, με τα νοικοκυριά να «πατούν φρένο» στις δαπάνες τους.
Αντιφατικά μηνύματα από την αγορά της Ζυρίχης
Παρά τη γενικευμένη επιφυλακτικότητα, τα δεδομένα από την εορταστική περίοδο παρουσιάζουν μια πιο σύνθετη εικόνα.
Το χριστουγεννιάτικο εμπόριο λειτούργησε ως τονωτική ένεση για την αγορά, σημειώνοντας επιδόσεις άνω του μέσου όρου, ειδικά από τα μέσα Δεκεμβρίου και έπειτα.
Χαρακτηριστικό είναι το στοιχείο που καταγράφηκε στη Ζυρίχη, όπου στις 13 Δεκεμβρίου η Bahnhofstrasse υποδέχθηκε πάνω από 86.000 άτομα.
Πρόκειται για τον υψηλότερο αριθμό που έχει καταγραφεί από την έναρξη της συλλογής δεδομένων, εξαιρουμένων των ημερών με μεγάλες δημόσιες εκδηλώσεις.
Ανάλογη εικόνα υψηλής επισκεψιμότητας παρατηρήθηκε και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως στην Multergasse του St. Gallen και στη Freie Strasse της Βασιλείας, όπου οι δρόμοι ήταν πιο γεμάτοι σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Fanny Eisl, Διευθύνουσα Σύμβουλος της Ένωσης Bahnhofstrasse Ζυρίχης, η υψηλή ροή πεζών δεν συνεπάγεται αυτόματα και υψηλότερους τζίρους.
Παρόλα αυτά, το κλίμα μεταξύ των καταστηματαρχών στην περιοχή ήταν θετικότερο του αναμενομένου, ενισχυμένο σημαντικά από την παρουσία τουριστών με υψηλή αγοραστική δύναμη.
Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι της νέας εποχής
Η ανάλυση των στοιχείων για το νέο έτος αποκαλύπτει τρεις βασικές τάσεις που διαμορφώνουν το τοπίο του ελβετικού λιανεμπορίου.
Η πρώτη αφορά τη σαφή στροφή των καταναλωτών προς τα είδη πρώτης ανάγκης.
Σύμφωνα με δεδομένα από το πρόγραμμα «Monitoring Consumption Switzerland» των Πανεπιστημίων του St. Gallen και της Λωζάνης, οι δαπάνες για τρόφιμα και ποτά αυξήθηκαν τις πρώτες εβδομάδες του έτους, παρά τις όποιες μειώσεις τιμών.
Συνολικά, ο όγκος πληρωμών παρουσίασε αύξηση 0,8%, εν μέρει λόγω και της μετάβασης από τα μετρητά στις ηλεκτρονικές συναλλαγές.
Στον αντίποδα, ο τομέας του «Non-Food», που περιλαμβάνει ηλεκτρονικά είδη, ένδυση και υπόδηση, δέχεται τις ισχυρότερες πιέσεις.
Οι καταναλωτές φαίνεται να περικόπτουν δαπάνες από αυτές τις κατηγορίες προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις αυξήσεις των ενοικίων και των ασφαλίστρων υγείας.
Αυτή η αλλαγή προτεραιοτήτων δημιουργεί ένα ξεκάθαρο ρήγμα στην αγορά, με τα καταστήματα μόδας και τεχνολογίας να βλέπουν τους τζίρους τους να υποχωρούν σε σχέση με πέρυσι.
Η κυριαρχία του ηλεκτρονικού εμπορίου
Η δεύτερη κυρίαρχη τάση είναι η συνεχιζόμενη μετατόπιση του τζίρου προς το διαδίκτυο.
Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας συμβούλων Carpathia, το ηλεκτρονικό εμπόριο στην Ελβετία εκτιμάται ότι αναπτύχθηκε κατά 9% κατά τα τρία πρώτα τρίμηνα του προηγούμενου έτους.
Την ίδια περίοδο, το φυσικό λιανεμπόριο σημείωσε οριακή αύξηση μόλις 0,6%. Μεγάλο μέρος της καταναλωτικής δαπάνης κατευθύνεται πλέον σε πλατφόρμες όπως η ελβετική Digitec Galaxus, αλλά και σε διεθνείς κολοσσούς όπως η Amazon και η Zalando.
Ιδιαίτερη πίεση ασκείται από τις κινεζικές πλατφόρμες χαμηλού κόστους, όπως η Temu και η Shein, οι οποίες κερδίζουν διαρκώς έδαφος.
Αυτός ο ανταγωνισμός πλήττει καίρια τους εμπόρους που βασίζονται σε τυποποιημένα και φθηνά προϊόντα.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πίεσης αποτελούν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η αλυσίδα κοσμημάτων Claire’s, καθώς και η αποχώρηση της αλυσίδας διακόσμησης Depot από την αγορά.
Η σημασία της εμπειρίας και ο κίνδυνος ερήμωσης
Η τρίτη τάση αφορά την ανάγκη για δημιουργία εμπειριών. Όπως αναφέρει ο ειδικός σε θέματα εμπορίου Marcel Stoffel, η μείωση της αυθόρμητης επίσκεψης στα κέντρα των πόλεων είναι αισθητή.
Οι αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες και η άνοδος του online shopping καθιστούν αναγκαία την αναβάθμιση των φυσικών χώρων.
Οι πόλεις και τα εμπορικά κέντρα που επενδύουν στη γαστρονομία, στις εκδηλώσεις και στα pop-up καταστήματα καταφέρνουν να διατηρήσουν τη ζωντάνια τους, σε αντίθεση με εκείνα που παραμένουν στατικά.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για μικρότερες πόλη και περιφερειακά εμπορικά κέντρα που στερούνται πόρων για τέτοιες επενδύσεις.
Παραδείγματα όπως το εμπορικό κέντρο στο Rapperswil-Jona, το οποίο έχει χάσει σχεδόν όλους τους ενοικιαστές του, ή το Schönbühl-Center στη Λουκέρνη, το οποίο χαρακτηρίζεται πλέον ως «εμπορικό-φάντασμα», αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος.
Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να δείξουν αν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά ή για μια συστημική κρίση που θα αλλάξει οριστικά τον εμπορικό χάρτη της χώρας.
