Τα δημόσια οικονομικά της χώρας δέχονται ισχυρότερες πιέσεις από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί, σύμφωνα με τα οριστικά στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν για την προηγούμενη χρονιά.
Η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Statistisches Bundesamt) προχώρησε σε εκτεταμένη αναθεώρηση των δεδομένων της, αποκαλύπτοντας ότι η τρύπα στον κρατικό προϋπολογισμό της Γερμανίας για το 2025 είναι αισθητά μεγαλύτερη από τις αρχικές προβλέψεις.
Συγκεκριμένα, το συνολικό έλλειμμα που αφορά την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, τα κρατίδια, τους δήμους και τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, διαμορφώθηκε τελικά στο 2,7 τοις εκατό της συνολικής οικονομικής παραγωγής.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε άμεση αντίθεση με την προσωρινή εκτίμηση της υπηρεσίας στο Βισμπάντεν, η οποία αρχικά είχε τοποθετήσει το αρνητικό ισοζύγιο χαμηλότερα, στο 2,4 τοις εκατό.
Σε απόλυτους αριθμούς, η στατιστική αυτή διαφορά μεταφράζεται σε 3,9 δισεκατομμύρια ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό έλλειμμα για ολόκληρο το έτος 2025 στο ιλιγγιώδες ποσό των 119,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, έναντι 115,3 δισεκατομμυρίων ευρώ που είχαν καταγραφεί το 2024.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τις βαθιές δομικές δυσκολίες στη διαχείριση των κρατικών πόρων, την ώρα που η οικονομία αναζητά βηματισμό.
Παρόλα αυτά, το μοναδικό ενθαρρυντικό στοιχείο είναι ότι η χώρα καταφέρνει, έστω και οριακά, να διατηρήσει το ισοζύγιό της εντός των αυστηρών ευρωπαϊκών κανονισμών του Μάαστριχτ, οι οποίοι επιτρέπουν ελλείμματα έως 3 τοις εκατό.
Η πλήρης εικόνα διαμορφώνεται από μια σύνθετη εξίσωση αυξημένων αναγκών και επενδύσεων, η οποία ωστόσο αποτυπώνεται εντελώς διαφορετικά σε κάθε βαθμίδα της κρατικής διοίκησης.
Η άνιση κατανομή του ελλείμματος στους τομείς της δημόσιας διοίκησης
Ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός επωμίζεται τη μερίδα του λέοντος σε αυτή τη δημοσιονομική διολίσθηση.
Από τα 119,1 δισεκατομμύρια ευρώ του συνολικού ελλείμματος, τα 79,6 δισεκατομμύρια ευρώ βαραίνουν αποκλειστικά τον κεντρικό κρατικό μηχανισμό, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στα δύο τρίτα της συνολικής τρύπας.
Σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά, το χρηματοδοτικό κενό της ομοσπονδιακής διοίκησης εκτινάχθηκε κατά 18,6 δισεκατομμύρια ευρώ, αφήνοντας πίσω τα 60,9 δισεκατομμύρια ευρώ του 2024.
Σημαντική επιδείνωση καταγράφεται και στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι δήμοι της χώρας είδαν το δικό τους έλλειμμα να διογκώνεται κατά 7,1 δισεκατομμύρια ευρώ, φτάνοντας τα 28,1 δισεκατομμύρια ευρώ.
Στον αντίποδα αυτής της αρνητικής πορείας βρίσκονται τα ομοσπονδιακά κρατίδια, τα οποία επέδειξαν αξιοσημείωτη δημοσιονομική πειθαρχία.
Το έλλειμμά τους συρρικνώθηκε εντυπωσιακά σε λιγότερο από το μισό, πέφτοντας στα 9,8 δισεκατομμύρια ευρώ από τα 21,6 δισεκατομμύρια του 2024.
Παρόμοια θετική τροχιά ακολούθησε και το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο περιόρισε τις απώλειές του στο 1,7 δισεκατομμύριο ευρώ, σημειώνοντας τεράστια βελτίωση από τα 11,8 δισεκατομμύρια της περασμένης χρονιάς.
Ωστόσο, το τελικό συμπέρασμα παραμένει ότι και οι τέσσερις επιμέρους τομείς του κράτους κατέγραψαν χρηματοδοτικό έλλειμμα για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, επιβεβαιώνοντας τη γενικότερη πίεση στα ταμεία.
Η ασύμμετρη διόγκωση των κρατικών δαπανών απέναντι στα έσοδα ρεκόρ
Παρά την αρνητική εικόνα στο τελικό ισοζύγιο, τα κρατικά ταμεία ενισχύθηκαν σημαντικά από τις εισροές κεφαλαίων.
Τα συνολικά έσοδα κατέγραψαν άνοδο της τάξης του 5,7 τοις εκατό, προσθέτοντας 115,8 δισεκατομμύρια ευρώ και φτάνοντας τα 2.140,2 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη ραγδαία αύξηση των κοινωνικών εισφορών κατά 8,9 τοις εκατό. Παράλληλα, τα φορολογικά έσοδα παρουσίασαν δυναμική αύξηση 3,5 τοις εκατό, αγγίζοντας τα 1.031,5 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η είσπραξη από τον φόρο προστιθέμενης αξίας ανέβηκε κατά 4,0 τοις εκατό, ενώ οι φόροι εισοδήματος και περιουσίας αυξήθηκαν κατά 3,4 τοις εκατό.
Αξιοσημείωτη ήταν και η συνεισφορά των φόρων που σχετίζονται με την περιουσία, ενισχυμένη από τα υψηλότερα έσοδα κληρονομιών.
Το μοναδικό μελανό σημείο στα έσοδα ήταν η κατακόρυφη πτώση των εσόδων από τόκους κατά 18,0 τοις εκατό. Η πραγματική αιτία όμως για τον εκτροχιασμό εντοπίζεται στο σκέλος των εξόδων.
Οι κρατικές δαπάνες σκαρφάλωσαν στα 2.259,3 δισεκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 5,6 τοις εκατό.
Οι δαπάνες για τόκους εκτοξεύτηκαν κατά 8,1 τοις εκατό. Την ίδια ώρα, οι άμεσες χρηματικές κοινωνικές παροχές αυξήθηκαν κατά 5,6 τοις εκατό, πιεσμένες από τις υψηλότερες πληρωμές για συντάξεις, τα επιδόματα φροντίδας και τα επιδόματα ανεργίας.
Επιπρόσθετα, οι παροχές κοινωνικού χαρακτήρα σε είδος σημείωσαν άνοδο 7,3 τοις εκατό, λόγω των αυξημένων αναγκών για νοσοκομειακή περίθαλψη, φάρμακα και υπηρεσίες νοσηλείας.
Τέλος, το κράτος κλήθηκε να υποστηρίξει ακαθάριστες επενδύσεις που αυξήθηκαν κατά 10,3 τοις εκατό. Αυτή η εξέλιξη αντανακλά την εκκίνηση κοστοβόρων έργων από τα ειδικά ταμεία για τις υποδομές και την κλιματική ουδετερότητα, καθώς και τις ραγδαία αυξανόμενες στρατιωτικές δαπάνες της χώρας.